σελίδα υποδοχής |
![]() |
24 Νοεμβρίου 2009
|
|
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ: ΚΛΕΙΣΤΟΝ «Χωρίς καλή λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να υπάρξει και να ευδοκιμήσει Δικηγορία» Κώδικας Δεοντολογίας ΔΣΑ, Προοίμιο §6 Η κατάσταση στο κτίριο 2 με τις απίθανες ουρές που θυμίζουν κατοχικό συσσίτιο, και αναγκάζουν τους δικηγόρους (ιδίως τους μισθωτούς και τους ασκούμενους) να χάνουν μια ολόκληρη μέρα για να καταθέσουν ένα δικόγραφο, αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου. Η γενικευμένη σήψη που αναδύει ο δικαστικός μηχανισμός δηλητηριάζει κάθε μέρα και περισσότερο όλους όσους εμπλέκονται σε αυτόν (δικηγόρους, γραμματείς, δικαστές και πρωτίστους τους πολίτες). Το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας τείνει να καταντήσει το νέο πιο σύντομο ανέκδοτο: υποθέσεις που στα μεν πολιτικά δικαστήρια εκδικάζονται δυόμιση με πέντε χρόνια από την κατάθεση (με σίγουρη μια αναβολή λόγω ωραρίου), στα δε διοικητικά δικαστήρια και το Ελεγκτικό Συνέδριο μετά από τέσσερα και πέντε χρόνια (στο ΣτΕ πιθανόν και μετά από επτά χρόνια) -και όλ' αυτά για το πρώτο βαθμό. Αποφάσεις που εκδίδονται μετά από οκτώ ή και δώδεκα μήνες (στο ΣτΕ μπορεί και μετά από δυο χρόνια) και για τις οποίες κανείς φυσικά δεν διαμαρτύρεται μην τυχόν και επαναφερθούν προς επανασυζήτηση με αποτέλεσμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις -για να μην αναφερθούμε στις καθαρογραφές και τις θεωρήσεις. Κενά που ολοένα και αυξάνονται (220 υπαλλήλων και 70 δικαστών μόνο στο Πρωτοδικείο της Αθήνας). Δικαστές που αναλαμβάνουν ολοένα και λιγότερες υποθέσεις (εν είδει λευκής απεργίας για τα κενά), συμπεριφέρονται απαξιωτικά σε δικηγόρους και πολίτες, αλλά και «ξεπετάνε» πολλές υποθέσεις για τυπικούς λόγους (πρακτική που ήδη έχει καταδικασθεί από το ΕΔΔΑ ως άκρατος φορμαλισμός). Στα διοικητικά δικαστήρια το Δημόσιο ως διάδικος επιδεικνύει την πιο παρελκυστική και καταχρηστική συμπεριφορά υποβάλλοντας σωρεία ενδίκων μέσων ακόμα και στην περίπτωση υποθέσεων που έχουν λυθεί νομολογιακά ή αρνούμενο να συμμορφωθεί με τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων (αποτέλεσμα: ακόμα και η επιτροπή μη συμμόρφωσης του ΣτΕ εκδικάζει αιτήσεις που υποβλήθηκαν δυο χρόνια πριν). Στις περιπτώσεις ακύρωσης διοικητικών πράξεων περιορισμένης χρονικής ισχύος πρέπει κάθε φορά να δίνεις μάχη για να προλάβει η υπόθεσή να εκδικασθεί εντός του αναγκαίου χρόνου, έτσι ώστε να μην καταργηθεί η δίκη. Πραγματικά ντρέπεσαι να πεις στον εντολέα σου ότι έχει νόημα να φτάσει η υπόθεση του στα δικαστήρια. Οι καθυστερήσεις στην τακτική διαδικασία οδήγησαν- όπως ήταν αναμενόμενο- στο να προσφεύγουν όλοι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Αποτέλεσμα: δικάσιμοι ασφαλιστικών μετά από οκτώ και εννέα μήνες, έκδοση αποφάσεων μετά από οκτώ μήνες (σύνολο ενάμιση έτος, για υποθέσεις που έχουν εξ' ορισμού το χαρακτήρα του επείγοντος). Το αμέσως επόμενο λογικό βήμα: η προσφυγή στην προσωρινή διαταγή, με αποτέλεσμα προσδιορισμούς ακόμα και μετά από μια εβδομάδα -ιδίως τους θερινούς μήνες- και βέβαια ατελείωτες ουρές μπροστά στο γραφείο του προέδρου υπηρεσίας. Οι αντίστοιχες καθυστερήσεις στην ποινική δικαιοσύνη οδηγούν σε ακόμη χειρότερα αποτελέσματα: διογκώνεται και σε χρόνο η προκαταβολική έκτιση ποινής μέσω της προσωρινής κράτησης που καταχρηστικά επιβάλλεται σε όλο και περισσότερους κατηγορούμενους για κακουργήματα (ιδίως σε διαδηλωτές). Στα δε αυτόφωρα η κατ' όνομα απονομή δικαιοσύνης παίρνει τα χαρακτηριστικά εκδοροσφαγείου- ιδίως για τους μετανάστες Η εκάστοτε κυβέρνηση αρνείται να βάλει το χέρι επί τον τύπο των ήλων, κρυβόμενη πίσω από νομοσχέδια για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης που μόνο ανασφάλεια και ουδεμία επιτάχυνση επιφέρουν. Όπως εδώ και πολλά χρόνια έχουμε πει η δικαιοσύνη δεν επιταχύνεται αν δεν μπει βαθιά το χέρι στην τσέπη για την κάλυψη των κενών με προσλήψεις υπαλλήλων και δικαστών. Αν εξαιρέσει κανείς τις δαπάνες για νέα κτίρια (με ότι αυτές συνεπάγονται για την αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας, την κερδοφορία των εργολάβων, αλλά και των διάφορων μεσαζόντων) οι λοιπές δαπάνες στον τομέα της δικαιοσύνης θεωρούνται αντιπαραγωγικές. Το μόνο κονδύλιο που αυξάνεται είναι οι μισθοί των υπαρχόντων δικαστών χάρη στις αποφάσεις που οι ίδιοι εκδίδουν (αλλά και βέβαια χάρη στις αυξήσεις που οι βουλευτές δίνουν στους εαυτούς τους). Τα κενά στις γραμματείες καλούνται να τα καλύψουν εκ των ενόντων υπάλληλοι με μερική απασχόληση και χωρίς δικαιώματα (είτε λέγονται συμβασιούχοι είτε μαθητευόμενοι), οι δε γραμματείς αποσπούνται για να καλύψουν κενά στο Υπουργείο. Η δημοσιονομική κρίση (που διογκώνεται με την οικονομική κρίση) χαράζει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει και η νέα κυβέρνηση: νέες δικονομικές αλχημείες για την «επιτάχυνση» της δικαιοσύνης, αλλά και outsourcing- ιδιωτικοποίηση όψεων της δικαιοσύνης, είτε μέσω θεσμών διαμεσολάβησης, είτε μέσω εργολαβιών για γραμματειακά καθήκοντα (όπως π.χ. η μαγνητοφώνηση πρακτικών ή η καθαρογραφή αποφάσεων). Η πολιτική αυτή δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε χωρίς στόχο και βέβαια έχει ένα καθαρά ταξικό πρόσημο: οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης πλήττουν πρώτα και κύρια τα φτωχότερα στρώματα, που δεν έχουν την οικονομική ικανότητα να αναμένουν επί χρόνια την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους. Αντίστοιχα, η απάντηση όλων των κυβερνήσεων στον κορεσμό των δικαστηρίων προσανατολίζεται στην αύξηση του κόστους πρόσβασης, προκειμένου να αποθαρρύνονται ιδίως τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα να διεκδικούν το δίκιο τους. Γι' αυτό άλλωστε ουδέποτε λειτούργησε στην Ελλάδα σύστημα νομικής βοήθειας "legal aid" αντάξιο του ονόματός του, παρότι σε άλλες χώρες το σύστημα αυτό θεωρείται βασικός θεσμός κοινωνικής πρόνοιας και λαϊκή κατάκτηση. Η κατάσταση συνεπώς στη δικαιοσύνη αποτελεί μια ταξική πολιτική που έρχεται να προστεθεί στην ταξικότητα της ίδιας της δικαιοσύνης- της δικαιοσύνης που κηρύσσει όλες τις απεργίες παράνομες και καταχρηστικές, απαγορεύει την μονιμοποίηση των συμβασιούχων και αρνείται σε όσους απολύονται καταχρηστικά να εργασθούν προσωρινά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής τους. Αλλά και στο εσωτερικό της δικηγορίας, οι καθυστερήσεις αυτές συμπιέζουν ιδιαίτερα τους δικηγόρους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να περιμένουν επί χρόνια την αμοιβή τους (ιδίως εάν έχουν συμφωνήσει εργολαβία δίκης), ενώ αυξάνουν την ανάγκη για μεγαλύτερο καταμερισμό εργασίας καθιστώντας αναγκαία την πρόσληψη κακοπληρωμένων ασκούμενων και μισθωτών προκειμένου να καλυφθούν οι ώρες αναμονής για τις καταθέσεις δικογράφων. Το ερώτημα είναι: πως πρέπει να αντιδράσουμε εμείς ως δικηγόροι-υπερασπιστές απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Ποια εν τέλει πρέπει να είναι η στάση του ΔΣΑ αφού «δεν ακούει κανείς»; Καλό είναι να τρίζει κανείς τα δόντια και να μην παίζει το ρόλο του συνήθους οσφυοκάμπτη μπροστά στη δικαστική εξουσία ή την εκάστοτε κυβέρνηση, πρέπει όμως να προβούμε επιτέλους και σε δυναμικές κινητοποιήσεις. Όταν τρίζεις τα δόντια, απειλείς με κινητοποιήσεις και εν τέλει δεν προβαίνεις σε αυτές καταντάς αναξιόπιστος. Ο φόβος ότι οι συνελεύσεις και οι αποχές οδηγούν σε χειροτέρευση του προβλήματος (μεγαλύτερη αναμονή για την εκδίκαση των υποθέσεων και απώλεια χρημάτων) ξεδοντιάζει τους δικηγόρους από τα όπλα που έχουν στη διάθεσή τους προκειμένου να ορθώσουν το ανάστημά τους και να επιτελέσουν τον κοινωνικό, αλλά ακόμη και αυτό το θεσμικό τους ρόλο. Σε τι ωφέλησε που τόσα χρόνια δεν έχουμε κινητοποιηθεί καθόλου; Θα είχαμε οδηγηθεί σε αυτό το χάλι αν είχαμε αντιδράσει; NA ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΜΑΣ ΑΜΕΣΗ ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΘΗΝΑΣ |
|
| |
|





