20 О‘ПЂПЃО№О»ОЇОїП… 2021
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2011
2019
2020
2021











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις

ПѓП„ОµОЇО»П„Оµ О±П…П„О® П„О· ПѓОµО»ОЇОґО± εκτύπωση





10 Μαρτίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Η «στρατηγική της έντασης» και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε (των Γ. Βλάχου - Αν. Σταυροπούλου)


Η «στρατηγική της έντασης» και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε

Η «στρατηγική της έντασης» και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε (των Γ. Βλάχου - Αν. Σταυροπούλου*)

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών με την ένταση της αστυνομοκρατίας, τη διάλυση διαδηλώσεων, ακόμα και την αντιμετώπιση της απεργίας πείνας του Δ. Κουφοντίνα από την κυβέρνηση πρέπει κανείς να τα δει μέσα από το πρίσμα της γενικής κυβερνητικής στρατηγικής. 

Από την εκλογή της στην κυβέρνηση η ΝΔ εφαρμόζει ένα «εμπροσθοβαρές» πρόγραμμα νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στην περαιτέρω ακύρωση λαϊκών κατακτήσεων και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ιδιαίτερο στόχο αποτελούν εκείνα τα δικαιώματα που επέτρεψαν στην περίοδο της  μεταπολίτευσης την αδιαμεσολάβητη έκφραση λαϊκών στρωμάτων και την παρουσία τους στο πολιτικό προσκήνιο: το δικαίωμα στη συνάθροιση και το πανεπιστημιακό άσυλο. 
Ιδιαίτερο στόχο αποτελεί η νεολαία. Άλλωστε η νεολαία είναι ένας παράγοντας που διαμόρφωσε ισχυρά προσκόμματα στις νεοφιλελεύθερες ή αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στον εκπαιδευτικό τομέα σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ενδεικτικά, από την ακύρωση του ν.815, τη μη εφαρμογή του ν.4009 (ν.Διαμαντοπούλου) μέχρι την αναθεώρηση του άρθρου 16Σ κατά τα έτη 2006-2007. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε την νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη, που γέννησε πραγματικά φοβικά σύνδρομα σε μερίδες της άρχουσας τάξης. 

Έτσι, με τον νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοϊδη, λαμβάνονται μια σειρά πειθαρχικών μέτρων, από την παρουσία της αστυνομίας στο χώρο των ΑΕΙ και την επιβολή μέτρων επιτήρησης και πειθάρχησης, μέχρι τη διαμόρφωση ενός ασφυκτικού πλαισίου πρόσβασης και φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που διαμορφώνει ανάλογες συνθήκες και στη λειτουργία της δευτεροβάθμιας. Αν και η αντισυνταγματικότητα των παραπάνω διατάξεων έχει εν πολλοίς αναδειχθεί, δεν πρέπει να ξεχνάμε μια σειρά άλλων μεταρρυθμίσεων στο χώρο του εργατικού και συνδικαλιστικού δικαίου, της κοινωνικής ασφάλισης (με την προετοιμασία ενός κεφαλαιοποιητικού συστήματος στα πρότυπα του ασφαλιστικού Πινοτσέτ), του δικαιώματος στη στέγη (με τον νέο πτωχευτικό κώδικα) και βέβαια με τις περικοπές κοινωνικών δαπανών και τις αναδιαρθρώσεις των συστημάτων υγείας και πρόνοιας, που επίσης θέτουν ζητήματα παραβίασης των κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά και των παρεμβάσεων στην περιβαλλοντική νομοθεσία προκειμένου να διευκολυνθούν οι επενδύσεις εις βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος. 

Ταυτόχρονα, επιχειρείται η ακόμα μεγαλύτερη αποστείρωση από την παρουσία οργανωμένων κοινωνικών αντιστάσεων με την αλλαγή του τρόπου εκλογής στην τοπική αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα και τους φοιτητικούς συλλόγους.  

Μάλιστα η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την πανδημία ως πρόφαση ώστε να περάσει τα μέτρα αυτά χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις, γι’ αυτό και δεν ανέστειλε το χρόνο ψήφισής τους, παρά το ότι απαγόρευε τις εναντίον τους κινητοποιήσεις και μοιράζει πρόστιμα σε όσους διαδηλώνουν. 

Η κυβέρνηση αξιοποιεί πρώτα απ’ όλα την πλήρη κυριαρχία της στα ΜΜΕ, η λειτουργία των οποίων έχει ξεπεράσει κάθε όριο αναπαραγωγής ψευδών ειδήσεων, παραποίησης γεγονότων, λογοκρισίας και μονόπλευρων ρεπορτάζ, ακόμα και στο κρατικό κανάλι. Τα περιστατικά τους τελευταίους μήνες είναι τόσο πολλά και οφθαλμοφανή που δεν χρειάζεται καν αναφορά. 

Φυσικά ιδιαίτερο ρόλο στη γενικότερη ύφεση των κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι σε αυτή την κυβερνητική τακτική παίζει και το ότι δεν έχει αναδειχθεί ένας σημαντικός πολιτικός χώρος, μέσα στην Αριστερά, που να αναλαμβάνει το φορτίο μιας κοινωνικής αντιπολίτευσης αλλά και πολιτικής έκφρασης στο Κοινοβούλιο και σε ολόκληρη την κοινωνία των διάσπαρτων διαμαρτυριών και της γενικότερης δυσαρέσκειας. 

Δυστυχώς, η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, συνέβαλε σε μία γενική ήττα της Αριστεράς, η οποία συνολικά δέχθηκε ιδεολογικά και πολιτικά πλήγματα από την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μέτρων και την υποταγή στην επιτροπεία των Θεσμών από μια αριστερή κυβέρνηση (με ή χωρίς εισαγωγικά δεν έχει μεγάλη διαφορά).

Γεγονός που δυσχεραίνει και την δυνατότητα άσκησης αντιπολίτευσης και την δημοσκοπική ανάκαμψη. Άλλωστε η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ παρήγαγε θυμό, οργή και απογοήτευση σε λαϊκά στρώματα που στρέφεται συνολικά ενάντια στις αριστερές δυνάμεις (ακόμα και αν τελικά ξαναψηφίζουν το ΣΥΡΙΖΑ ως το λιγότερο κακό).

Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ότι, παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση της ΕΚΤ λόγω covid, δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε από τους κινδύνους που διαμόρφωσε η πανδημία στην οικονομία, ούτε από τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της, ούτε από τις αγκυλώσεις στη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, προκειμένου να διαμορφώσει ένα ικανό πλαίσιο ενισχύσεων σε ένα ευρύτερο κύκλο μικροαστικών στρωμάτων. Μέχρι και την ολοκλήρωση των νέων πακέτων ΕΣΠΑ τα όπλα της περιορίζονται στις προσλήψεις ενστόλων, την αναστολή (και όχι διαγραφή) κάποιων χρεών και φόρων, τον φόβο για το αύριο και την αδράνεια και εκτόνωση μέσω των social media. Δεν τη βοηθάει φυσικά και η αντιμετώπιση της πανδημίας με μια νεοφιλελεύθερη πολιτική, που επιμένει στην άρνηση ελέγχων στις μεγάλες επιχειρήσεις, στον περιορισμό των δημοσίων δαπανών για την υγεία και για τις δημόσιες μεταφορές, στον περιορισμένο αριθμό των τεστ (και πάντα επί πληρωμή), στην άρνηση επίταξης του ιδιωτικού τομέα υγείας. 

-    Η σημασία του ενδεχόμενου θανάτου απεργού πείνας

Σήμερα, ειδικό αλλά και κορυφαίο σημείο στα πολιτικά τεκταινόμενα είναι η διαχείριση από την Κυβέρνηση Μητσοτάκη του κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα. Η κυβέρνηση εξ αρχής της θητείας της διαμόρφωσε ένα πλαίσιο εξώθησής του σε απεργία πείνας: επεξέτεινε τη μέγιστη έκτιση ποινής από 22 στα 25 έτη, του στέρησε το δικαίωμα αδείας, του στέρησε το δικαίωμα εργασίας σε αγροτική φυλακή και τέλος ρητά αρνείται να εφαρμόσει το νόμο που η ίδια ψήφισε για τη μεταγωγή του στην ειδική πτέρυγα κρατουμένων Κορυδαλλού. 
Πιθανότατα, η διάταξη περί επαναμεταγωγής στη φυλακή προέλευσης δεν ήταν ένα «λάθος», (που άλλωστε πολύ εύκολα μπορούσε να είχε διορθωθεί νομοθετικά πριν την απόφαση μεταγωγής). Ήταν ένα μήνυμα ότι «θα αντιμετωπισθείς πέρα και έξω από κάθε νομιμότητα». Άλλωστε αυτό φαίνεται και από την αντιμετώπιση της ίδιας της απεργίας πείνας: η κυβέρνηση επιδιώκει να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα, είτε αφήνοντας τον να πεθάνει, είτε αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα του επιβάλει το βασανιστήριο της αναγκαστικής σίτισης, που επίσης κινδυνεύει να οδηγήσει σε θάνατο όποιον έχει ήδη υποστεί οργανικές βλάβες από την πολυήμερη ασιτία. Σημειωτέον, ότι είχε ήδη το πράσινο φως από την αμερικάνικη κυβέρνηση, όπως απέδειξε και η δήλωση του Νικ.Μπερνς.
Φυσικά με αυτό τον τρόπο θα είχαμε τον πρώτο κρατικά οργανωμένο θάνατο κρατουμένου, μια τομή στη μεταπολιτευτική δημοκρατία, κίνδυνος που είναι ακόμη υπαρκτός.

-    Η αρχιτεκτονική της στρατηγικής της έντασης

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις όποιες -κατακερματισμένες- αντιδράσεις με ένταση της καταστολής. Ενδεχομένως και οξείες αντιδράσεις, λ.χ. επιθέσεις σε Αστυνομικά Τμήματα ή χτυπήματα με γκαζάκια, θα της έδιναν τη δυνατότητα να αυστηροποιήσει ακόμα περισσότερο το νομοθετικό πλαίσιο.  Και αν μέσα σε αυτές τις συνθήκες υπήρχαν και θύματα, αυτό καθόλου δεν θα βρισκόταν εκτός της στρατηγικής έντασης της κυβέρνησης . 

Η ελληνική κυβέρνηση δηλαδή, δεν κινείται με πρωτότυπο τρόπο. Ας θυμηθούμε ότι αυτό είναι η μεθοδολογία της «στρατηγικής της έντασης». Ας θυμίσουμε ότι στην Ιταλία το 1970-1980 η «στρατηγική της έντασης», που περιλάμβανε ακόμα και βομβιστικές επιθέσεις με πολυάριθμα θύματα, οργανώθηκε από τμήματα των κρατικών μηχανισμών, παρακρατικών οργανώσεων και μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ (επιχείρηση GLADIO) και της τότε χουντικής ελληνικής κυβέρνησης, προκειμένου να πληγεί το ανερχόμενο κομμουνιστικό κίνημα στην Ιταλία. Στόχο ήταν ο κατακερματισμός του, η πλήρης ενσωμάτωση τμήματός του στην κυβερνητική ατζέντα, η εξώθηση, περιθωριοποίηση και βίαιη καταστολή των πιο δυναμικών μερίδων του και η εν γένει αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου ενάντια στις κοινωνικές διαμαρτυρίες. 

Οι διαφορές βέβαια μεταξύ της Ιταλίας του ’70-’80 με την Ελλάδα του 2021 είναι πολλές. Εκεί τότε η άνοδος της δραστηριότητας και απήχησης του κομμουνιστικού κινήματος διαμόρφωνε όρους πολιτικής αστάθειας για την καθεστηκυία τάξη. Εδώ σήμερα η ίδια η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται την υποχώρηση της Αριστεράς για να επιβάλλει συνθήκες αστυνομοκρατίας και αυταρχισμού. Δεν είναι η πρώτη φορά: και μετά τον εμφύλιο, και παρά την «εξάλειψη του κομμουνιστικού κινδύνου», οι τότε κυβερνήσεις επέβαλαν ένα αυταρχικό πλαίσιο που κινούνταν εκτός συνταγματικών πλαισίων (το γνωστό «παρασύνταγμα»), το οποίο, βέβαια, οδήγησε στην πλήρη διάβρωση των συνταγματικών εγγυήσεων και, με την όξυνση των ταξικών αγώνων, στην εφαρμογή από τη χούντα των δικών της παρασυνταγματικών κανόνων, ακόμα και εναντίον των ίδιων των εμπνευστών τους. 

Μια παρόμοια επικίνδυνη στρατηγική μεθοδεύεται σήμερα, που επενδύει στην εκτροπή (χαρακτηριστικές οι τρεις αποφάσεις της ΕΛ.ΑΣ για πλήρη αναστολή του δικαιώματος στη συνάθροιση μέσα σε λίγους μήνες), και υποδαυλίζει την αποσταθεροποίηση ιστορικών κοινωνικών συσχετισμών και συμβιβασμών. Μια στρατηγική που παραπέμπει σε σκοτεινές εποχές συνταγματικής και αντιδραστικής πολιτικής ανωμαλίας, με έναν παρόμοιο ορίζοντα: τον αποκλεισμό ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων από την δυνατότητα έστω και έμμεσης επίδρασης στα πολιτικά τεκταινόμενα και τις κρατικές στρατηγικές.

Στο πλαίσιο αυτό σήμερα, ο πολλαπλασιασμός των ειδικών σωμάτων ασφαλείας, που μάλιστα λειτουργούν στεγανοποιημένα από το υπόλοιπο αστυνομικό σώμα, οι αθρόες προσλήψεις ειδικών φρουρών με ελλιπέστατη -τρίμηνη- εκπαίδευση και η αύξηση των οπλικών μέσων καταστολής, διαμορφώνει ένα εκρηκτικό κλίμα. Η δε επιχειρησιακή κουλτούρα και ιδεολογία όσων στελεχώνουν τις αστυνομικές δυνάμεις καταστολής αναδεικνύει μίσος και απανθρωπιά και, παρά τις προφανείς βιαιότητες και αυθαιρεσίες, νιώθουν προστατευμένοι από οποιαδήποτε δίωξη ή έρευνα. Οι ΕΔΕ που καλούνται, σπανιότατα πια, έχουν μετατραπεί στο πιο  σύντομο (αλλά τραγικό) ανέκδοτο. Ειδικά η μηχανοκίνητη ομάδα ΔΡΑΣΗ, μετεξέλιξη της ομάδας ΔΙΑΣ, έχει πλέον καθιερωθεί ως μονάδα «ειδικών αποστολών», σχεδόν αποκλειστικά κατατρομοκράτησης διαδηλωτών και πολιτών με ακραίες και ανεξέλεγκτες μεθόδους βίας και επίθεσης στο πλήθος. 

Αυτός ο σχεδιασμός ενέχει βέβαια αντιφάσεις, αφού η όξυνση της αστυνομοκρατίας μπορεί να αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις πυροδοτώντας ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια και αντιδράσεις, όπως φάνηκε στη Νέα Σμύρνη στις 9/3. Βέβαια, οι σημαντικές -πολιτικές και οργανωτικές- αδυναμίες της Αριστεράς, και δη της ριζοσπαστικής, με την επικράτηση του κατακερματισμού, αλλά και την ενσωμάτωση του φόβου, καθιστούν πιο δύσκολη την αποφυγή φαινομένων βεντέτας μεταξύ νεολαιίστικων τμημάτων και ειδικών μονάδων της αστυνομίας.  Αυτό είναι εις γνώση της κυβέρνησης, η οποία δεν θα αποφύγει να το εκμεταλλευθεί προς όφελος της, και προς «δικαίωση» της στρατηγικής της έντασης και των κατασταλτικών χτυπημάτων συνολικά στις κοινωνικές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες, ανεξάρτητα από το ότι αυτές δεν σχετίζονται σε τίποτα με τέτοιες κινήσεις.

-    Μονόδρομος, ένα πλατύ μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων

Τα πιο ελπιδοφόρα μηνύματα από τις κοινωνικές διαμαρτυρίες μέχρι σήμερα δόθηκαν τόσο από τις κινητοποιήσεις των φοιτητών ενάντια στο νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοϊδη, όσο και από τη στάση δικηγόρων, καλλιτεχνών, συνδικαλιστών στο θέμα της απεργίας πείνας του Δ.Κουφοντίνα, που πλέον λαμβάνει ευρύτερα χαρακτηριστικά γενικής καταγγελίας της αστυνομοκρατίας και του αυταρχισμού. 

Οι καθημερινές ειρηνικές διαδηλώσεις εδώ και μέρες, με αφορμή την ικανοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων του Δ.Κουφοντίνα και ο γενικότερος διάλογος που άνοιξε ως προς τα ζητήματα αυτά, με καίριο, και πρωτοπόρο ρόλο, αυτόν της «Πρωτοβουλίας Δικηγόρων και Νομικών», έφεραν τις κοινωνικές διαμαρτυρίες ενάντια στη γενικότερη αστυνομοκρατία στο προσκήνιο. Αναδείχθηκε ότι όταν κανείς απευθύνεται στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων και αναδεικνύει τους κινδύνους που φέρουν για τα δημοκρατικά δικαιώματα οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και η καταστολή και η στρατηγική της έντασης, είναι δυνατόν να διαμορφωθούν οι αντιστάσεις εκείνες που θα μπορούν να οδηγήσουν τις κυβερνητικές επιλογές στην αστάθεια, ως και την ήττα. 

Με διαφαινόμενη την επιλογή της κυβέρνησης να ακολουθήσει τη «στρατηγική της έντασης» μέχρι τέλους, συμπεριφορά που συνιστά τομή για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος και της ελληνικής κοινωνίας, είναι αναγκαίο να ξεπερασθούν οι όποιες αγκυλώσεις και να συγκροτηθεί ένα πλατύ κοινωνικό μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών, που να συνδυάσει επιμέρους πρωτοβουλίες και αιτήματα φορέων και κλάδων και να διεκδικήσει με μαζικές κινητοποιήσεις να ανατρέψει τα κυβερνητικά σχέδια. Η πρωτοβουλία για την 11η Μαρτίου ως μέρα κινητοποίησης για τα δημοκρατικά δικαιώματα, ενάντια στον αυταρχισμό είναι ένας κόμβος προς την κατεύθυνση αυτή, ωστόσο είναι μόνο μια αρχική πρωτοβουλία. Είναι μονόδρομος η συνάντηση κινημάτων, φορέων, πρωτοβουλιών, συλλογικοτήτων και μετά τις 11 Μαρτίου σε ένα πλατύ μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών.

*Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή

 
   
   
   
   
4 Μαρτίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   ΔΣΑ: Πίσω στα χρόνια της ντροπής; (του Κώστα Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο, στέκεται και κείμενο που λέει "NA ΜΗΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΝΕΚΡΟΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΕΡΓΟΣ NLK οι ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ METPANE ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ"

ΔΣΑ: Πίσω στα χρόνια της ντροπής; (του Κώστα Παπαδάκη)

Συμπληρώνονται τις μέρες αυτές 70 χρόνια από την εκτέλεση (5/3/1951) του 23χρονου Νίκου Νικηφορίδη, που καταδικάστηκε σε θάνατο από το έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, επειδή η συμμετοχή του στο «Φιλειρηνικό Δημοκρατικό Μέτωπο Νεολαίας» και στην «Διεθνή Εκκληση της Στοκχόλμης» για την ειρήνη, θεωρήθηκε ως συγκαλυμμένη προσπάθεια κατασκοπίας για την Σοβιετική Ένωση και το παράνομο τότε Κ.Κ.Ε. Ένα παιδί 23 χρονών, που οι φωτογραφίες το δείχνουν διπλάσιο της ηλικίας του, καθώς είχε προλάβει να γευθεί τις περιποιήσεις και τα βασανιστήρια της ασφάλειας και της Μακρονήσου, οδηγήθηκε στην εκτέλεση χωρίς από την τότε κυβέρνηση του «κεντρώου» Σοφοκλή Βενιζέλου, παρά το διεθνές κύμα συμπαράστασης για να σωθεί η ζωή του. Ένας από τους φορείς που σιώπησαν τότε ήταν ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ήταν ένα συντηρητικό προπύργιο συντεχνιακό, στον οποίο δικαίωμα εκλέγεσθαι τότε είχαν μόνο οι παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόροι (το 1/10 των εγγεγραμμένων) και είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1940 με Προέδρους διορισμένους από κατοχικές κυβερνήσεις σε διοικούσες επιτροπές, ένας εκ των οποίων ο Νικόλαος Ροντήρης εξελέγη στη συνέχεια το 1949 και ήταν Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών μέχρι το Νοέμβριο του 1951 που πέθανε, διαρκούσης της δίκης Μπελογιάννη. Επί προεδρίας του λίγα χρόνια πριν, το 1947 είχε απορρίψει αίτημα συγγενών εξορίστων δικηγόρων για να ζητήσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών την απόλυσή τους από την εξορία. Είχε διώξει πειθαρχικά τον Μιλτιάδη Πορφυρογέννη, ένα έξοχο στέλεχος της αριστεράς, δικηγόρο, για δηλώσεις τις οποίες είχε κάνει σε διεθνές συνέδριο καταγγέλλοντας τη λευκή τρομοκρατία στην Ελλάδα. Είχε σιωπήσει στη δολοφονία του αγωνιστή δικηγόρου Γιώργου Πουλίδη το 1948 στο στρατοδικείο της Τρίπολης. Και είχε υποχρεώσει τους υπαλλήλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών σε δήλωση νομιμοφροσύνης, την οποία είχαν υπογράψει όλοι πλην ενός, του Μιχάλη Βουρνά δικηγόρου, αδερφού του γνωστού ιστορικού Τάσου Βουρνά, τον οποίο και απέλυσε ο Ροντήρης επειδή δεν υπέγραψε. Μάλιστα, είχε επιχειρήσει εκβιαστικά και είχε καταφέρει να αποσπάσει απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και μάλιστα όχι ομόφωνη, με μόνο 3 ψήφους διαφορά υπέρ, με την οποία είχε αποφασιστεί, να υποχρεωθούν όλοι οι δικηγόροι Αθηνών, όλα τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, να υποβάλουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης προς το καθεστώς επ’ απειλή διαγραφής. Και βέβαια δεν τόλμησε ποτέ να εφαρμόσει αυτήν την απόφαση.

Για τη δίκη Μπελογιάννη συνεπώς και για όλο εκείνο το κλίμα δεν υπήρξε κάποια διαμαρτυρία του Δικηγορικού Συλλόγου, κάποια καταγγελία, κάποια συμπεριφορά σαν αυτή που συνηθίσαμε και οικοδομήσαμε τα επόμενα χρόνια στο Δικηγορικό Σύλλογο και τον καταστήσαμε φυσικό, συλλογικό υπερασπιστή δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το μόνο που έκανε εκείνη η διοίκηση για τη δίκη του Μπελογιάννη ήταν να απορρίψει το αίτημα του Γάλλου δικηγόρου Ντενερύ να παραστεί στη δίκη του Μπελογιάννη ως συνήγορος υπεράσπισης και σιώπησε φυσικά για όλες τις νομικές αυθαιρεσίες και την τρομοκρατία.

Ήταν μια περίοδος που οι συνήγοροι υπερασπιστές ακόμη δεν είχαν αρχίσει να διεκδικούν συνδικαλιστική κυριαρχία και θώκους. Ο χαρακτήρας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών άρχισε να αλλάζει από το 1955 με τη θέσπιση του νέου Δικηγορικού Κώδικα (ΝΔ 3026/1954) και με τη «Νέα Κίνηση Δικηγόρων», η οποία άλλαξε τους συσχετισμούς των δυνάμεων, την προϊούσα ριζοσπαστικοποίηση και αργότερα τη συνάντηση με τα κινήματα για το Κυπριακό, για το 114, για τους Λαμπράκηδες, την ειρήνη, το δικτατορικό κίνημα, την κατάληψη της Νομικής και του Πολυτεχνείου και τη μεταπολίτευση και σιγά-σιγά ο συνήγορος υπερασπιστής άρχισε να κυριαρχεί και να αναδεικνύει συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ήδη το 1956 ο Μιχάλης Βουρνάς επαναπροσλήφθηκε στο Σύλλογο επί προεδρίας Αθανασίου Ζερβόπουλου, έγινε διευθυντής και με την ιδιότητα αυτήν τελεύτησε το βίο του το Φεβρουάριο του 1992 ως Διευθυντής του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Και τα επόμενα χρόνια φτάσαμε, όταν πια μαζικοποιήθηκε ο Σύλλογος, και μπορούσαν να ψηφίζουν όλοι οι δικηγόροι χωρίς εξαιρέσεις, να αναδειχθούν σε κορυφαίες συνδικαλιστικές θέσεις ηγεσίας μεγάλες ιστορικές μορφές υπερασπιστικές - για να μην παρεξηγηθώ αναφέρομαι μόνο σε ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή - όπως ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, ο Ευάγγελος Μαχαίρας, από του οποίου το βιβλίο για την ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου πολλά ενδιαφέροντα έχει κανείς να διαβάσει, και ο Τάκης Παππάς.

Η υλοποίηση της επιταγής του άρθρου 199 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), το οποίο καθιστούσε τον Δικηγορικό Σύλλογο ανώτατο θεσμικό εκφραστή και υπερασπιστή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, συνέβαλε και στο να σταματήσουν οι εκτελέσεις και στο να αρχίσει η διαδικασία κατάκτησης όσων οι σκληρές μετεμφυλιακές κυβερνήσεις απαγόρευαν. Μεγάλες μορφές δικηγόρων αναδείχθηκαν πρωτοπόροι στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών μέσα και έξω από τα δικαστήρια, δημιουργώντας ιερές παρακαταθήκες και κάποιες φορές πληρώνοντας και με την ζωή τους την ίδια το τίμημα για την ανιδιοτελή υπερασπιστική δράση τους : Σταύρος Κανελλόπουλος, Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Παντελής Λιότσος, Νικηφόρος Μανδηλαράς, Ευάγγελος Μαχαίρας, Τάκης Παππάς. Αλλά ακόμα και πρόεδροι προερχόμενοι από τον δεξιό χώρο (Επαμεινώνδας Ζαφειρόπουλος, Σωτήρης Πολύδωρας, Δήμητρης Παξινός) διακρίθηκαν όχι λίγες φορές για ανακοινώσεις, ψηφίσματα και παρεμβάσεις του Δ.Σ.Α., οι οποίες σε κορυφαία ζητήματα που άπτονταν κρατικών αυθαιρεσιών και περιορισμού δικαιωμάτων και ελευθεριών, τάσσονταν πάντα με το μέρος των θυμάτων ενάντια στην εξουσία. Συχνά κάποιοι υπεράσπισαν με διάφορους τρόπους εκείνους που η εξουσία θεωρούσε «τρομοκράτες» :

Ο Ευαγγελος Γιαννόπουλος υπήρξε ένας από τους συνηγόρους του Ρόλφ Πόλε στις δίκες έκδοσής του το 1976.

Ο Δημήτρης Παξινός έδωσε μαζί μας με συνέπεια τη μάχη για να μην εκδοθεί ο Τούρκος «τρομοκράτης» πολιτικός αγωνιστής Ταϋλάν στη Γερμανία το 2004 και το πέτυχε. Ενώ αναρίθμητες ήταν οι παρεμβάσεις του για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως για τα δικαιώματα των κρατουμένων.

Και ο πρόωρα εκλιπών Μιχάλης Ζαφειρόπουλος δεν ψήφισε ποτέ «Όχι» σε οποιοδήποτε ψήφισμα πρότεινε ο γράφων «αριστεριστής» σχετικό με ανθρώπινα δικαιώματα και κρατική καταστολή.

Όλα αυτά συνέβαλαν στη διαχρονική καταξίωση του Δικηγορικού Συλλόγου, όχι μόνο απέναντι στους δικηγόρους, αλλά απέναντι και στο κοινωνικό σύνολο διαμορφώνοντας την προσδοκία και την απαίτηση της ολόκληρου του νομικού κόσμου και της κοινωνίας για τις τοποθετήσεις του. Αυτό που αποτυπώνει και ο ισχύων κώδικας περί δικηγόρων (ν. 4194/2013) στο άρθρο 90 («Σκοποί και αρμοδιότητες δικηγορικών συλλόγων ΅)

Στους δικηγορικούς συλλόγους ανήκει :

α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μία δημοκρατική πολιτεία»

Η σημερινή πλειοψηφία του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και ο πρόεδρός του αποτελούν θλιβερή εξαίρεση και μας γυρίζουν στις μέρες του Ροντήρη , στο 1951. Σιωπούν εκκωφαντικά εδώ και 56 ημέρες, όσο διαρκεί δηλαδή η απεργία πείνας του Κουφοντίνα, που αποτελεί διαμαρτυρία και απαίτηση επαναφοράς στην νομιμότητα, εξαιτίας της παραβίασης του άρθρου 3 Ν. 4760/2020, που η ίδια η κυβέρνηση θέσπισε για την σωφρονιστική αντιμετώπιση του Κουφοντίνα, καθ’ ομολογία της, και τον οποίο η ίδια παραβιάζει εξαπατώντας με εναλλασσόμενα κατά περίσταση ψέμματα την κοινή γνώμη και προσπαθώντας να φορτώσει τις ευθύνες της στην δικαιοσύνη και στους συνηγόρους του. Η φωνή του Δ.Σ.Α. απουσιάζει, την στιγμή κατά την οποία έχει εκφραστεί η φωνή της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, του Συνηγόρου του Πολίτη, της Διεθνούς Αμνηστίας, των Δικηγορικών Συλλόγων Πατρών και Πειραιά, ακόμα και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, έστω και με τις διαφωνίες μερικών δεκάδων εκπροσώπων του «δικαστικού μεσαίωνα», όπως εύστοχα τους χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.

Ολοι αυτοί καταγγέλλουν είτε στο σύνολο είτε σε επιμέρους πτυχές της την καταπάτηση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου που ο Δ.Σ.Α. επιφορτίζεται και νομικά πρωτίστως να υπερασπίζει.

Με την στάση τους αυτή, παρά τα έντονα και επανειλημμένα αιτήματα των συμβούλων της αριστεράς, αλλά και άλλων συμβούλων, όπως και του τ. αντιπροέδρου του Θέμη Σοφού, περιορίζουν τον Δ.Σ.Α. σε ένα συντεχνιακό μικρομάγαζο, αποτυχημένης διαχείρισης και αυτό, αφού δεν κάνει τίποτα άλλο εδώ και αρκετούς μήνες από το να ζητάει να μείνουν ανοιχτά τα δικαστήρια ενάντια στην λογική και στην ογκούμενη αύξηση των κρουσμάτων της πανδημίας και να διεκδικεί εκλιπαρώντας λίγες εκατοντάδες ευρώ για τους πληττόμενους δικηγόρους, αντί να οργανώνει κινητοποιήσεις και να διεκδικεί ουσιαστική και πλήρη αποζημίωση και απαλλαγή από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Υποκλίνεται στον κυβερνητικό αυταρχισμό, τον οποίο ουδέποτε έχει καταγγείλει (συναθροίσεις, κατάργηση πανεπιστημαακού ασύλου, πανεπιστημιακή αστυνομία κα.), με αποτέλεσμα να γιγαντώνεται η καθημερινή και εκτεταμένη του εξάπλωση. Τα αντανακλαστικά του λειτουργούν αυτόματα μόνο όταν ο Ρουβίκωνας επισκέπτεται τα δικαστήρια.

Την ώρα που χιλιάδες δικηγόροι και νομικοί από όλη την Ελλάδα υπογράφουν, κινητοποιούνται και διαδηλώνουν κάθε μέρα, συμβάλλοντας με την παρουσία και την συμπεριφορά τους στην κατάκτηση του δικαιώματος των διαδηλώσεων στην πράξη για συμπαράσταση στον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα, η πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. είναι άφαντη, ανύπαρκτη και φοβική.

Ένας τέτοιος φόβος απέναντι στην συγκέντρωση διαμαρτυρίας που διοργανώθηκε χθες 3/3/2021 και ώρα 16.30΄ έξω από τα γραφεία του Δ.Σ.Α., τους έκανε να φέρουν την αστυνομία, να ασφαλίσουν πόρτες και παράθυρα και να εξαφανιστούν, μήπως τυχόν και θελήσουμε να μπούμε στο κτήριο. Ασφαλώς και δεν θα τους κάναμε την χάρη να εγκλωβιστούμε στα ντουβάρια του, την στιγμή που το καθήκον μας καλούσε σε μία ακόμα μαζική διαδήλωση χιλιάδων ανθρώπων στο Σύνταγμα. Γιατί για μας ο Δ.Σ.Α. δεν είναι τα ντουβάρια και οι τοίχοι του, είναι το «χώμα» που άφησαν οι προηγούμενες ηρωικές γενιές των αγωνιστών και αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Και αν ο κ. Βερβεσός νομίζει, ότι προσαρμόζοντας την πολιτική του προς τα δεξιά διασπά το ακροατήριο των δικηγόρων που υποστηρίζουν την Ν.Δ. και γενικότερα του συντηρητικού τους κομματιού και ενισχύει τις πιθανότητες επανεκλογής του, δεν έχει παρά να συμβουλευτεί τα διδάγματα της συνδικαλιστικής ιστορίας του Δ.Σ.Α., τα οποία αποδεικνύουν χωρίς καμία εξαίρεση ότι όλοι οι διατελέσαντες «κεντροαριστεροί» πρόεδροι που ακολούθησαν την ίδια συμπεριφορά, ηττήθηκαν στις αμέσως επόμενες εκλογές από τον καθαρά δεξιό αντίπαλο τους. Δυστυχώς για αυτούς, το ακροατήριο των «κυρ – Παντελήδων» της δικηγορίας στο οποίο φαίνεται να ελπίζει και ο σημερινός πρόεδρος είναι μαθημένο να ξεχωρίζει τα αυθεντικά από τις απομιμήσεις και φυσικά να τα προτιμά.

Εάν λοιπόν ο κ. Βερβεσός νομίζει ότι κάνοντας πλάτη στην κυβερνητική αυθαιρεσία και γενικότερα στην κυβερνητική πολιτική, συνεχίζοντας τον δρόμο στο επαίσχυντο ΝΑΙ στο δημοψήφισμα 2015, ενισχύει την επανεκλογή του, είναι βέβαιο ότι κοιμάται σε λάθος πλευρό, αλλά είναι πρόβλημά του. Δικαίωμά του είναι να διαχειριστεί την προσωπική του καριέρα, με τον τρόπο που εκείνος νομίζει. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμα του είναι να την βάλει πάνω από την ιστορία του Δικηγορικού Συλλόγου και να την φέρει πίσω στα χρόνια του Ροντήρη, ξανά δηλαδή στις σελίδες της ντροπής από τις σελίδες της δόξας.

Τον ευχαριστώ και πάλι για τη στάση του, όπως και κάθε άλλον που συμπαραστάθηκε, απέναντι στη σύλληψή μου στις 6/12/2020, αλλά δεν αρκεί αυτό, ούτε ανατρέπει την όλη εικόνα.

Τις σελίδες της δόξας θα τις γράψουν οι χιλιάδες αγωνιζόμενοι κάθε μέρα μαχόμενοι δικηγόροι, που υπερασπίζονται αυτά που ο Δ.Σ.Α. εξαιτίας του απεμπολεί.

Και με τους αγώνες τους όταν η θλιβερή παρένθεση των «Ροντήρηδων 2021» θα κλείσει, ο Δ.Σ.Α. θα επανέλθει στον δρόμο που τον καλεί η ιστορία του.

Αθήνα, 4/3/2021

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
26 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ποιόν συμφέρει ο θάνατος του Κουφοντίνα; (του Κώστα Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εσωτερικός χώρος

ΠΟΙΟΝ ΣΥΜΦΕΡΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ ; (του Κώστα Παπαδάκη)

Από ώρα σε ώρα κρίνεται πιά η εξέλιξη της απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα, που σήμερα μπήκε στην 50η μέρα και παράλληλα στην 5η ημέρα απεργίας δίψας. Σύμφωνα με όσα χθες ο γιατρός Θοδωρής Σδούκος, που τον επισκέφθηκε στην ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας δήλωσε : «Η υπογλυκαιμία, συνοδευόμενη από επικίνδυνες ηλεκτρολυτικές διαταραχές, μπορεί να αποβεί ανά πάσα στιγμή μοιραία για το μυοκάρδιο και τον εγκέφαλο.».

Συνεπώς, τα επόμενα δύο εικοσιτετράωρα θεωρούνται κρίσιμα για το αν θα ζήσει. Παρά τα όσα είχαν διαφανεί τις προηγούμενες εβδομάδες, τόσο με τις διαδοχικές δηλώσεις στήριξης του απεργού πείνας από τα κόμματα της αριστεράς, όσο και από την ογκούμενη και διαρκώς εκδηλούμενη με χιλιάδες υπογραφές και κινητοποιήσεις συμπαράστασης στον Δημήτρη Κουφοντίνα, που έφτασε στο σημείο να προκαλέσει ακόμα και ρωγμές στο κυβερνητικό στρατόπεδο με δειλές έστω δηλώσεις στελεχών του που καλούσαν την κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις επιταγές του κράτους δικαίου, φαίνεται ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει.

Δεν την μεταπείθουν ούτε οι χιλιάδες και καθημερινά αυξανόμενες υπογραφές, ούτε οι καθημερινές επίσης κινητοποιήσεις (τις οποίες διαλύει εν τω γεννάσθαι με καταδίωξη, άγριο ξύλο, χημικά και δεκάδες προαγωγές και συλλήψεις κάθε φορά), ούτε οι εκκλήσεις από έγκυρους νομικούς φορείς όπως η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) , ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών (για τον Δ.Σ.Α. ας μην πω καλύτερα, η συνένοχη σιωπή του δεν θα λησμονηθεί από τους δικηγόρους), μέλη του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και άλλων Δικηγορικών Συλλόγων, ο Συνήγορος του Πολίτη που αποδοκίμασε την άρνησή της να δώσει αντίγραφα της διαδικασίας μεταγωγής, και από χιλιάδες πλέον νομικούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες, πολιτικούς κ.α.

Δεν την πτοεί αν ο τόπος μας αποκτήσει για πρώτη φορά στην ιστορία του νεκρό απεργό πείνας, τον πρώτο στην Ευρώπη μετά τον θάνατο του Ιρλανδού Μπόμπυ Σάντς το 1981 στην Αγγλία της Θάτσερ, πλάι στην Τουρκία του Ερντογάν με τον γνωστό δείκτη σεβασμού των δικαιωμάτων.

Το συμφέρον της άλλα της υπαγορεύει.

Το εσωτερικό της έγγραφο (non paper), που δημοσιοποιήθηκε χθες 25/2/2021, δίνει την γραμμή, της οποίας σύντομα οι βασικοί άξονες είναι οι εξής :

Α) Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τον Κουφοντίνα, η προσπάθεια δηλαδή μετατροπής της απεργίας πείνας σε ζήτημα πολωτικής δικομματικής αντιπαράθεσης για να στριμώξει στον ΣΥΡΙΖΑ και να διευρύνει τα ρήγματα στο εσωτερικό του.

Β) Οτι ο νόμος προβλέπει τον τρόπο κράτησης, ο οποίος τηρήθηκε απολύτως,

Γ) Οτι ο Κορυδαλλός αποτελεί κατάστημα τύπου Α και γι’ αυτό κρατούνται μόνο υπόδικοι, κατάδικοι για χρέη και κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης,

Δ) Ότι για λόγους υγειονομικούς δεν επιτρέπεται η μεταγωγή νέων καταδίκων στο κατάστημα Κορυδαλλού,

Ε) Οτι «ο αμετανόητος δολοφόνος 11 ανθρώπων» ζητά προνομιακή μεταχείριση,

Στ) Οτι η Πολιτεία δεν εκβιάζεται, διατηρεί κυριαρχικό δικαίωμα σε σχέση με τον τρόπο κράτησης καταδίκων και δεν υπάρχει συναλλαγή με καταδίκους για τον τρόπο κράτησης.

Όλα τα παραπάνω είναι ψέμματα. Πρώτα από όλα, και αλήθεια να ήταν οποιοδήποτε από αυτά, ουδείς εμπόδιζε την κυβέρνηση κατά την διατύπωση του άρθρου 3 Ν. 4760/2020, τον οποίο καθ ομολογία της νομοθέτησε για να μεταφέρει τον Κουφοντίνα από τις αγροτικές φυλακές σε κλειστές, να το διατυπώσει κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στα παραπάνω δεδομένα. Αντί, δηλαδή, να γράφει «..επαναμετάγεται στο κατάστημα κράτησης από το οποίο αρχικά μετήχθη» να περιλάβει την διατύπωση «μετάγεται σε άλλο κατάστημα κράτησης.» ή «μετάγεται σε κατάστημα κράτησης τύπου…..». Τότε δεν θα είχε τεθεί κανένα θέμα μεταγωγής του Κουφοντίνα στον Κορυδαλλό.

Φαίνεται όμως, αν και δεν είναι αυτό το θέμα μας, ότι η κυβέρνηση εκτός όλων των άλλων χαρακτηριστικών της εν προκειμένω δεν διαθέτει το προσόν να γνωρίζει ακόμα και να νομοθετεί διατυπώνοντας κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στις προθέσεις της το περιεχόμενο των κανόνων εξουσίας που θεσπίζει. Εκτός εάν την περίοδο εκείνη οι προθέσεις της ήταν όντως αυτές και τις μετέβαλε στην συνέχεια.

Είναι ακόμα γνωστό ότι ο Κορυδαλλός, παρά το γεγονός ότι προβλέπεται τυπικά ως κατάστημα κράτησης τύπου Α για υποδίκους κλπ, περιλαμβάνει όλα αυτά τα χρόνια χιλιάδες καταδίκους, ακόμα και ειδικές πτέρυγες για καταδίκους, ακόμα και σήμερα. Το γνωρίζουν οι πάντες αυτό.

Ενώ το επιχείρημα ότι για λόγους υγειονομικούς δεν επιτρέπεται η μεταγωγή νέων καταδίκων στο κατάστημα Κορυδαλλού είναι κυριολεκτικά ακατανόητος. Τι εννοούν οι επικοινωνιολόγοι της ΝΔ ; Ότι στον Κορυδαλλό ο κορωνοϊός κολλάει, ενώ στον Δομοκό και σε άλλα καταστήματα κράτησης δεν κολλάει ;

Τέλος, η «πολιτεία» στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν εκβιάζεται, αλλά εκβιάζει. Γιατί αυτή είναι που παραβιάζει το νόμο που ψήφισε και όχι ο Κουφοντίνας. Αυτή και μόνο έχει δημιουργήσει όλο το πρόβλημα και φταίει για όλα.

Και επειδή δεν έχει άλλα επιχειρήματα καταφεύγει είτε στα ψέμματα, είτε στην γνωστή προβοκάτσια της τρομο-υστερίας, αναπαράγοντας την συζήτηση για τα αδικήματα της 17Ν, αλλά και αποκαλύπτοντας τον πραγματικό λόγο για τον οποίο στέκεται τόσο σκληρά απέναντι στον Κουφοντίνα. Όλα αυτά κρίθηκαν αμετάκλητα στη δίκη και η αναπαραγωγή τους φαίνεται να μην το σέβεται. Και η νόμιμη μεταχείριση του κρατούμενου δεν εξαρτάται από αυτά. Η κυβέρνηση συνεπώς τον αντιμετωπίζει με τον τρόπο αυτό όχι για όσα έκανε (δεν είναι αρμόδια άλλωστε κατά το σύστημα διάκρισης των εξουσιών που παριστάνει ότι σέβεται), αλλά για όσα πιστεύει.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι αφού η κυβέρνηση εξακολουθεί την αδιάλλακτη στάση της, απομένουν δύο ενδεχόμενα στις ώρες που ακολουθούν :

A) Το ενδεχόμενο της αναγκαστικής σίτισης, το οποίο όμως αντίκειται εξόφθαλμα στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, που απαγορεύει οποιαδήποτε ιατρική πράξη χωρίς την συναίνεση του ασθενούς (άρθρο 12 Ν. 3418/2005), στον Κώδικα Δεοντολογίας του Νοσηλευόμενου Ασθενούς (άρθρο 47 Ν. 2071/1992) και στις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, της Παγκόσμιας Ένωσης Γιατρών και ιδίως στην διακήρυξη της Μάλτας σχετικά με τους απεργούς πείνας. Σχετικές ανακοινώσεις έχουν εκδόσει η ΟΕΝΓΕ και η ΟΕΝΓΘ.

Σύμφωνα με την τελευταία, όταν ο απεργός πείνας έχει εκδηλώσει σταθερά και αδιατάρακτα την άρνηση συναίνεσης του σε οποιαδήποτε λήψη ορού ή άλλων μέτρων αναγκαστικής σίτισης, οι γιατροί είναι υποχρεωμένοι και όταν αυτός στην συνέχεια βρεθεί σε κόμμα ή χάσει τις αισθήσεις του και την δυνατότητα να εκφράζει την συναίνεση του, να ακολουθήσουν την δηλωμένη έως τότε συναίνεση. Και ήδη φαίνεται, τόσο από την ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, όσο και από τα γενικόλογα διατυπωμένα κείμενα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λαμίας, που με αλλεπάλληλες διατάξεις της καλεί τους γιατρούς να λάβουν κάθε μέτρο αναγκαίο για την προστασία της ζωής του, η λέξη αναγκαστική σίτιση παραλείπεται, αποφεύγεται και ερμηνεύεται ρητά ότι δεν αποτελεί περιεχόμενο της Εισαγγελικής Εντολής, αλλά την εναποθέτει στην κρίση των γιατρών, που, όπως προαναφέρθηκε, δεσμεύονται από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και δεν μπορούν να την εφαρμόσουν.

Β) Το - μόνο ρεαλιστικό πλέον και μακάρι να διαψευσθώ - ενδεχόμενο του θανάτου του Δημήτρη Κουφοντίνα. Ο ίδιος τον έχει επιλέξει και αποδεχθεί αντί της αναγκαστικής σίτισης, δείχνοντας ότι παραμένει αγωνιστής μέχρι το τέλος.

Το ερώτημα είναι τώρα γιατί η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει τον θάνατο του Δημήτρη Κουφοντίνα ή έστω αποδέχεται το ενδεχόμενο του, που αποκτά όλο και μεγαλύτερη βεβαιότητα, επιμένοντας στην σκληρή και εν τέλει παράνομη συμπεριφορά της ;

Είναι κοινός τόπος, ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι η πλέον ακροδεξιά και αυταρχική τουλάχιστον από το 1974 και καθώς δεν έχει μπροστά της κάποιο ανερχόμενο κίνημα πολιτικής προοπτικής που θα μπορούσε να την ανατρέψει με θέσεις προς τα αριστερά, αλλά αντίθετα έχει πίσω της ένα εξευτελισμένο και ηττημένο κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, που αποτέλεσε δυστυχώς την πολιτική επιλογή έκφρασης μίας μακράς κινηματικής ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας επία δύο δεκαετίες πριν, βρίσκει την ευκαιρία να εκδικηθεί την ελληνική κοινωνία για όλη της αυτή την ριζοσπαστικοποίηση και να ανατρέψει στην πράξη όλες τις κατακτήσεις δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών της μεταπολιτευτικής περιόδου. Είναι μία κυβέρνηση που μας γυρνάει στις δεκαετίες του 1950 και 1960, όταν η δράση της Αριστεράς και οι συναθροίσεις βρίσκονταν στην παρανομία. Ο τρόπος με τον οποίο, άλλωστε, έχει αντιμετωπίσει τις περισσότερες συναθροίσεις το δείχνει από μόνος του. Και ειδικότερα στην περίπτωση εκδηλώσεων συμπαράστασης Κουφοντίνα δεν υπήρξε ούτε μία που να μην την διαλύσει εν τω γεννάσθαι, μόλις άνοιξε ένα πανό και χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε εκδήλωση βίας από τους συμμετέχοντες.

Τροφοδοτεί ακόμα την ένταση με διαρκείς και όπως αποδεικνύεται από το non paper, εκπορευόμενες από ένα ενιαίο επικοινωνιακό κέντρο, πολωτικές επιθέσεις και φυσικά χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ στην αναπαραγωγή της τρομο-υστερίας, στην αναφορά περί αρχιεκτελεστή, περί διεκδίκησης προνομιακής μεταχείρισης κλπ. Συσπειρώνει το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας και ενδιαφέρεται για τη συνοχή των ακροδεξιών της στοιχείων, που φαίνεται να κυριαρχούν πλέον στον πολιτικό της προσανατολισμό συνδυαζόμενα με την θέση κορυφαίων παραγόντων εξουσίας ως πολιτικώς εναγόντων κατά του απεργού πείνας. Είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο θάνατος του Κουφοντίνα θα προκαλέσει σκληρές αντιδράσεις. Μιλάνε ήδη αρκετοί για μέρες του 2008 μετά την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αλλά φοβάμαι ότι είναι μετριοπαθείς.

Είμαι βέβαιος, όμως, ότι αυτό ακριβώς θέλει η Νέα Δημοκρατία, γιατί αντισταθμίζει υπέρ των συμφερόντων της την πόλωση που θα δημιουργηθεί, η οποία θα ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο την αντικοινωνική πολιτική της, θα νομιμοποιήσει την λήψη ακόμα περισσότερων αυταρχικών μέτρων και την σκλήρυνση της αστυνομικής και κρατικής καταστολής. Και αυτό της είναι απαραίτητο, σε μία περίοδο που παρά την καταχρηστική εκμετάλλευση της πανδημίας και τους αλλεπάλληλους περιορισμούς και κατασταλτικά μέτρα, ξεσπούν κοινωνικοί αγώνες και είναι βέβαιο ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια ογκούμενη θα εκφραστεί με πολύ μαζικό και δυναμικό τρόπο και θα ανατρέψει την όποια συναίνεση στην πολιτική της, όταν τα προσχήματα της πανδημίας θα έχουν εκλείψει.

Αυτό ακριβώς θέλει να προλάβει. Θέλει να δημιουργήσει μία κατάσταση «κλέφτες και αστυνόμοι», η οποία θα εξωθεί διαρκώς την Αριστερά και το κίνημα της κοινωνικής ανατροπής αλλά και τους ίδιους τους θεσμούς να συνθλίβονται ανάμεσα τους («ή με το κράτος η με τους τρομοκράτες») ενώ ταυτόχρονα θα ισχυροποιεί τα αντανακλαστικά του συντηρητικού μέρους της κοινωνίας, που είναι από ότι φαίνεται κυρίως την ενδιαφέρει και θέλει να διατηρήσει για να μην διαρρεύσει προς άλλα μορφώματα. Έτσι και αλλιώς το σύνολο της πολιτικής, ρατσιστικής, κατασταλτικής, αντιπροσφυγικής και αντικοινωνικής, αυτή την συμμαχία της επιβάλει ως προτεραιότητα.

Η Νέα Δημοκρατία, λοιπόν, είναι προφανές ότι έχει συμφέρον από τον θάνατο του Δημήτρη Κουφοντίνα, αφού δεν μπορεί να προκαλέσει την ήττα του με τη διακοπή της απεργίας πείνας. Η κοινωνία, όμως, δεν έχει κανένα συμφέρον να εμπλακεί σε μία τέτοιου είδους εξέλιξη και να εγκλωβιστεί και στα αντίστοιχα διλήμματα για τα επόμενα χρόνια. Ούτε το αντικαπιταλιστικό κίνημα, ούτε η αριστερά. Ούτε καν οι θεσμοί και οι κοινωνικοί και πολιτικοί φορείς αστικών φιλελεύθερων αντιλήψεων.

Γι’ αυτό και όσο είναι καιρός τις λίγες ώρες που μένουν ακόμα, η κατακραυγή της κυβέρνησης και η απαίτηση να ικανοποιηθεί το αίτημα του Δημήτρη Κουφοντίνα πρέπει να μεγαλώσει όσο περισσότερο γίνεται.

Αθήνα, 26/2/2021

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
18 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Δικαστήρια στις νέες φυλακές Ασπροπύργου: Η ώρα των φορέων του νομικού κόσμου (του Κ. Παπαδάκη)


Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εσωτερικός χώρος

Δικαστήρια στις νέες φυλακές Ασπροπύργου: Η ώρα των φορέων του νομικού κόσμου

Η πανδημία, η «Μήδεια» και άλλα πολλά που έχουν διαδραματιστεί τις τελευταίες εβδομάδες έφεραν σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα των κυβερνητικών σχεδίων για την δημιουργία επτά νέων δικαστικών αιθουσών στις υπό κατασκευή φυλακές του Ασπροπύργου, όπου πρόκειται να μεταφερθούν οι κρατούμενοι και οι υπηρεσίες των φυλακών Κορυδαλλού και να μετακομίσει ουσιαστικά το μισό Εφετείο.

Μετά την ανάδειξη του ζητήματος αυτού τον Νοέμβριο 2020 από πολλά κείμενα αποδοκιμασίας της εξαγγελίας, το θέμα έφτασε και στην Βουλή, όπου τον προηγούμενο μήνα ο Υπουργός Δικαιοσύνης κλήθηκε να απαντήσει σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το θέμα.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης καίτοι αναρμόδιος πλέον για τον Σωφρονιστικό Σύστημα, αρμόδιος όμως σε κάθε περίπτωση για την επιλογή του τόπου δημιουργίας και λειτουργίας δικαστηρίων, παραδέχθηκε την κυβερνητική εξαγγελία και απάντησε λέγοντας μεταξύ άλλων ότι «Η ανάγκη διεξαγωγής ορισμένων δικών σε ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες εντός των φυλακών είναι πάγια θέση του νομικού κόσμου επί δύο σχεδόν δεκαετίες…..».

Πρόκειται για ένα απροκάλυπτο ψέμα, το οποίο αν είχε την παραμικρή δόση αληθείας δεν θα έφτανε στο σημείο της θεμελίωσης των νέων φυλακών η κυβέρνηση για να αποκαλύψει τα σχέδια της. Θα είχε προκαλέσει διαβουλεύσεις δημοσιοποιημένες όλους τους προηγούμενους μήνες και θα είχε να παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα ανακοινώσεων έκφρασης της βούλησης των φορέων του νομικού κόσμου σχετικά με την δημιουργία των φυλακών αυτών. Φυσικά, κανένας φορέας του νομικού κόσμου επί δύο δεκαετίες δεν ζήτησε δίκες μέσα σε χώρους φυλακών, όσο και αν συνέτρεχαν λόγοι ασφαλείας για την διεξαγωγή τους. Ιδιαίτερα για την πρόσφατη δίκη σχετικά με την ανθρωποκτονία Ζαφειρόπουλου, που αναφέρεται ως παράδειγμα στην υπουργική απάντηση, ουδέποτε οποιοσδήποτε παράγοντάς της ζήτησε την διεξαγωγή της στον Κορυδαλλό.

Προκαλώ τον κ. Υπουργό να δημοσιοποιήσει ένα έστω κείμενο νομικού φορέα που δικαιώνει όσα υποστηρίζει !

Αντίθετα, ο ο προοδευτικός νομικός κόσμος πάντοτε θεωρούσε και διακήρυσσε ότι η διεξαγωγή δικών μέσα σε φυλακές αποτελεί δείγμα χαμηλού δείκτη νομικού πολιτισμού και δημοκρατικής ευαισθησίας, καθώς αντιγράφει μοντέλα χωρών τύπου Η.Π.Α., Τουρκίας κ.λ.π. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού και μόνο επιχειρήθηκε κατ επανάληψη η διαμόρφωση συνθηκών επιδεικτικής προβολής της καταστολής και εξ ίσου επιδεικτικής προσβολής της αξιοπρέπειας και του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων στα Αμερικανικά πρότυπα, όπως η κατασκευή κλωβών και περιβλημάτων για την απομόνωση των κατηγορουμένων από τους λοιπούς παράγοντες (δίκες Χαμπντάν και 17Ν), τις οποίες ευτυχώς η αποφασιστική αντίδραση των παρισταμένων συνηγόρων και η γενναία στάση των δικαστών της έδρας απέτρεψε.

Είναι ακόμα χαρακτηριστικό, ότι από τον χρόνο εξαγγελίας της δημιουργίας των νέων φυλακών Ασπροπύργου και της αποκάλυψης ότι σε αυτές πρόκειται να κατασκευαστούν και να λειτουργούν επτά δικαστικές αίθουσες, δεν ακούστηκε ούτε μία φωνή, έστω και μεμονωμένη, από φορέα του νομικού κόσμου, που να να υπερασπίζεται την επιλογή αυτή και να τάσσεται υπέρ της δημιουργίας τους. Εκτός φυσικά από την Γενική Γραμματέα του Υπουργείου ΠΡΟΠΟ και υπεύθυνη για την αντιεγκληματική πολιτική, η οποία προφανώς ελλείψει άλλων διαθέσιμων κονδυλοφόρων αναγκάζεται συχνά να επιφορτίζεται αυτοπροσώπως και με τον ρόλο του εκπροσώπου τύπου των απόψεων της και να αρθρογραφεί σχετικά με αυτές, καθώς και δημοσιεύματα προβολής των κυβερνητικών θέσεων.

Αντίθετα, εκτός της κοινοβουλευτικής πρωτοβουλίας, για την οποία έγινε λόγος, αλλά και των λοιπών κομμάτων της αντιπολίτευσης που έχουν λάβει θέση εναντίον του τερατουργήματος αυτού, φορείς του νομικού κόσμου συλλογικά και ατομικά αρθρογράφησαν και εξέφρασαν την έντονη αντίθεση τους με πληθώρα σεβαστών νομικών επιχειρημάτων σχετικά. Όλως ενδεικτικά σημειώνουμε την αντίθεση της Ένωσης Ποινικολόγων και Νέων Δικηγόρων και την αρθρογραφία του Εισαγγελέα Εφετών κ. Π. Παναγιωτόπουλου και της αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Αντιεισαγγελέως Εφετών, Αικατερίνης κ. Μάτση, άρθρο του γράφοντος από 23.11.2020 στις στήλες του dikastiko.gr.

Είναι όμως προφανές ότι αυτά δεν αρκούν. Ο νομικός κόσμος οφείλει δια των επισήμων φορέων του να δώσει την απάντηση στην πλαστογραφημένη διατύπωση της βούλησης του από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την επιχειρούμενη υποταγή της λειτουργίας των δικαστηρίων στις κατασταλτικές προτεραιότητες. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Ένωση Εισαγγελέων, η Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος, ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας και όλοι οι λοιποί αρμόδιοι φορείς που εκφράζουν τον νομικό κόσμο, οφείλουν να πάρουν θέση και να διαψεύσουν την δήθεν συναίνεσή τους και να ματαιώσουν εν τω γεννάσθαι την επικίνδυνη αυτή κυβερνητική εξαγγελία.

Ολοι αυτοί έχουν χρέος να αποκαλύψουν ότι δεν κλήθηκαν σε καμμία σχετική διαβούλευση. Εκτός αν την κράτησαν μυστική από τα μέλη τους.

Εχουν χρέος να πάρουν θέση επί της ουσίας διότι είναι αδιανόητο να παραβλέπουν ότι η διεξαγωγή των δικών μέσα σε χώρο φυλακών :

Προσβάλλει την αξιοπρέπεια και το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων.

Δημιουργεί προκατάληψη και περιορίζει την αίσθηση της δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.

Επιβεβαιώνει με κάθε τρόπο την έναντι πάντων κυριαρχία των μηχανισμών καταστολής στην απονομή δικαιοσύνης και την δυσκολεύει.

Πλήττει την αρχή της δημοσιότητας διότι δημιουργεί εύλογη ψυχολογική αποστροφή και δυσμένεια και αίσθηση περιορισμού σε οποιονδήποτε θέλει να παρακολουθήσει δίκη, πολύ περισσότερο δε όταν γνωρίζει ότι στην είσοδο είναι υποχρεωμένος να δώσει τα στοιχεία του και να καταγραφούν ή και να αφήσει την ταυτότητα του μέχρι να αποχωρήσει.

Ενώ και η ίδια η διεξαγωγή των δικών σε χώρους απομακρυσμένους από το κέντρο πλήττει επίσης την αρχή της δημοσιότητας (άμεσης με τη φυσική παρουσία του κοινού και έμμεσης με την παρουσία δημοσιογράφων και ΜΜΕ) με δεδομένο ότι δυσχεραίνει την πρόσβαση, την καθιστά χρονοβόρα και δαπανηρή.

Για δε την μαχόμενη δικηγορία του ποινικού δικαίου η πραγματοποίηση της εξαγγελίας αυτής θα είναι ένα ακόμα καρφί στην πολλαπλή και καθημερινή σταύρωσή της τα τελευταία χρόνια, καθώς θα την αναγκάσει να εξορίζεται καθημερινά, να περνάει ατελείωτες ώρες αναμένοντας ή δικάζοντας ξεκομμένη από τις υπόλοιπες επαγγελματικές της δραστηριότητες μακριά από το κέντρο της Αθήνας.

Και είναι ανακόλουθο να σιωπήσει ο Δ.Σ.Α. όταν πριν λίγα χρόνια επέλεξε ορθά και με τα επιτυχία να δώσει τη μάχη για την αποτροπή των περιφερειακών πρωτοδικείων και εισαγγελιών.

Αλλά και για τους λοιπούς λειτουργούς της δικαιοσύνης η καθημερινή μετακίνηση στον Ασπρόπυργο η σε οποιαδήποτε άλλη εξορία θα προκαλέσει υποβάθμιση, ταλαιπωρία και εξόντωση. Οι φορείς τους δεν πρέπει να το παραβλέψουν.

Όχι άλλη σιωπή λοιπόν για όσους δεν θέλουν να δουν όλα τα παραπάνω να γίνονται πράξη!

Αθήνα, 17/2/2021

Κώστας Παπαδάκης

 
   
   
   
   
14 Φεβρουαρίου 2021

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Αστυνομία και επιτήρηση: Το όραμα των Υπουργών των ΜΑΤ για το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα (του Γ. Βλάχου)


Αστυνομία και επιτήρηση: Το όραμα των Υπουργών των ΜΑΤ για το Πανεπιστήμιο του 21ου αιώνα.

Του Γιώργου Βλάχου, δικηγόρου, μέλους της παράταξης δικηγόρων «Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπη». Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ThePressProject, 13/2/2021, όπου περιλαμβάνονται πλήρως και οι σημειώσεις.

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την που ψηφίστηκε στις 11/2 από τη Βουλή, είναι ένα οργουελικό έκτρωμα επιτήρησης και αστυνομοκρατία. Οι θεσμοί που εισάγονται με αυτό και το πνεύμα που αποτυπώνει διαπνέονται από αυταρχικό παροξυσμό και θεμελιώδη φόβο απέναντι σε έναν από τους σημαντικότερους αληθινά δημοκρατικούς και δημιουργικούς κοινωνικούς χώρους στην ελληνική κοινωνία, το πανεπιστήμιο.

Οι θεσμοί που εισάγονται με αυτό και το πνεύμα που αποτυπώνει διαπνέονται  από αυταρχικό παροξυσμό και θεμελιώδη φόβο απέναντι σε έναν από τους σημαντικότερους αληθινά δημοκρατικούς και δημιουργικούς κοινωνικούς χώρους στην ελληνική κοινωνία, το πανεπιστήμιο.

1.

Το πρόβλημα ξεδιπλώνεται από την αρχή: Ο τίτλος του νομοσχεδίου (νόμου πλέον), «προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας», είναι απολύτως παραπλανητικός, αν όχι ψευδής. Οι διατάξεις και τα άρθρα για την πανεπιστημιακή αστυνομία και τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με οποιαδήποτε ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία το Υπουργείο ερμηνεύει αόριστα και κατά το δοκούν.

Όμως, στο άρθρο  3 του  ν.4485/2017 υπάρχει ο νομοθετικός ορισμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας:  «1. Στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) κατοχυρώνεται και προστατεύεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία, η οποία αποτελεί θεσμική εγγύηση της αδέσμευτης και απαραβίαστης επιστημονικής σκέψης, έρευνας και διδασκαλίας.  2. Η ακαδημαϊκή ελευθερία, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών, προστατεύονται σε όλους τους χώρους των Α.Ε.Ι., έναντι οποιουδήποτε προσπαθεί να τις καταλύσει ή περιορίσει».

Εξάλλου ήδη στο αρ.16 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι «H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Kράτους…».

Η ερμηνεία του άρθρου αυτού είναι, σύμφωνα με τη θεωρία,  ευρεία και όχι περιοριστική. Ειδικότερα: «…Με το άρθρο 16§1 εδαφ.α κατοχυρώνεται η επιστημονική ελευθερία και όχι, όπως συχνά αναφέρεται, η ακαδημαϊκή. Η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν είναι παρά τμήμα της επιστημονικής ελευθερίας, είναι η επιστημονική ελευθερία, όπως εξασκείται εντός των ΑΕΙ. Δεν αμφισβητείται ότι το Σύνταγμα καθιερώνει την ελευθερία της επιστήμης ως ελευθερία της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης, του ελέγχου και του αντιλόγου, της διαφωνίας και της αναζήτησης.

Δεχόμενοι  λοιπόν ότι, η ακαδημαϊκή ελευθερία (τμήμα μόνο της ευρύτερης συνταγματικά κατοχυρωμένης επιστημονικής) είναι η ελεύθερη, αλογόκριτη, διδασκαλία, η έρευνα και η επιστημονική άποψη, τότε το περιεχόμενο του νόμου αυτού, με μια απλή ανάγνωση, προκύπτει ότι δεν το απασχολεί οτιδήποτε σχετικό. Αντίθετα, ο όρος «ακαδημαϊκή ελευθερία» χρησιμοποιείται μόνο προσχηματικά, εκτός από τον τίτλο και στο πλέον επικριτέο άρθρο του νομοσχεδίου, το 18.

Στο άρθρο 18 συστήνονται οι Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος, στελεχωμένες από αστυνομικούς και ειδικούς φρουρούς. Αναφέρει το άρθρο: «Αποστολή των Ο.Π.Π.Ι. είναι η προστασία και ασφάλεια των Α.Ε.Ι. και η ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας».

Και εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς: Πώς οι αστυνομικοί θα ενισχύσουν την ελεύθερη, αλογόκριτη, διδασκαλία, την έρευνα και τη διατύπωση επιστημονικών απόψεων; Έχουν οι αστυνομικοί, ως κρατικά όργανα, οποιαδήποτε σχέση με τη βασική λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, την επιστημονική έρευνα και διδασκαλία; Μήπως η ελεύθερη έρευνα και διδασκαλία διασφαλίζεται από την αστυνόμευσή της; Μήπως οποιοσδήποτε ερευνητής, διδάσκων ή φοιτητής εμποδίστηκε  από οποιονδήποτε στην ελευθερία του να διατυπώνει απόψεις στην επιστήμη του; Ή μήπως ή ύπαρξη αστυνομίας μέσα στα πανεπιστήμια θα αποτρέψει τις δεκάδες λογοκλοπές ή την -όχι συχνή πια- διασπάθιση δημόσιου χρήματος που ιδίως παλαιότερα δημιούργησε σημαντικά σκάνδαλα στα ελληνικά πανεπιστήμια;

Η «προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας» που το Υπουργείο θέτει ως τίτλο ενός νόμου αστυνομοκρατίας, είναι μία πρόφαση, ένα επίχρυσο κάλυμμα ενός μαύρου θεσμού: της παρακολούθησης των φοιτητών, της επικράτησης ενός κλίματος αστυνομοκρατίας μέσα σε έναν δημοκρατικό, δημιουργικό, ελεύθερο χώρο.

2.

Έπειτα, θεσμοθετείται η  Μονάδα Ασφάλειας και Προστασίας (Μ.Α.Π.) του Α.Ε.Ι. (αρ.14), αποστολή  της οποίας είναι η «…εξασφάλιση της ομαλής και αδιάλειπτης άσκησης των εκπαιδευτικών, ερευνητικών, διοικητικών και λοιπών δραστηριοτήτων του Α.Ε.Ι….». Υπονοεί ο νόμος ότι μέχρι σήμερα τα πανεπιστήμια ούτε ομαλά ούτε εύρυθμα λειτουργούν και ότι χρειάζεται μία «μονάδα ασφαλείας» προκειμένου να λειτουργήσουν έτσι. Μία απεργία διοικητικών υπαλλήλων, μια αποχή καθηγητών, η έλλειψη βιβλίων είναι λόγου χάρη προβλήματα «ασφάλειας».

Και η αιτιολογική έκθεση του νόμου μας λέει: «…Το πλέγμα των προτεινόμενων διατάξεων συμβάλλει στην προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, τόσο υπό την έννοια της ελευθερίας κάθε μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας να συμμετέχει στην έρευνα και τη διδασκαλία, στους χώρους στους οποίους παρέχεται η ανώτατη εκπαίδευση με τρόπο απρόσκοπτο, όσο και υπό την έννοια της λειτουργίας αυτής ως θεσμικής εγγύησης, ιδίως για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών…». Και ως «μακροπρόθεσμοι στόχοι» θεωρούνται οι ακόλουθοι: «…Μακροπρόθεσμος στόχος είναι η διασφάλιση του ρόλου των Α.Ε.Ι., με τη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων που θα δημιουργούν αίσθημα εμπιστοσύνης στους φοιτητές, τα μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) και τα λοιπά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, μακριά από παραβατικές συμπεριφορές. · Πρωτεύων στόχος είναι η διασφάλιση της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης που παρέχεται απρόσκοπτα χωρίς φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς, με τους κατάλληλους ελεγκτικούς μηχανισμούς στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης πολιτείας….Μακροπρόθεσμοι στόχοι είναι: · η ομαλή και αδιατάρακτη λειτουργία, όχι μόνο των Α.Ε.Ι., αλλά και εν γένει των δημόσιων υπηρεσιών, · η βελτίωση των σπουδών στα Α.Ε.Ι., · η ενίσχυση του κύρους των ιδρυμάτων, · η ύπαρξη αποφοίτων οι οποίοι θα αποτελέσουν ένα εν δυνάμει παραγωγικό εργατικό δυναμικό, αυξημένων προσόντων που θα συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας…».

Ωστόσο, η πιο πρόσφατη, 95η, Σύνοδος Πρυτάνεων επισημαίνει ότι το πρόβλημα της λειτουργίας των πανεπιστημίων είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που η κυβέρνηση φαντάζεται ως πρόβλημα ασφάλειας:

«….Η συνεχώς μειούμενη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων την τελευταία δεκαετία, έχει οδηγήσει τα ιδρύματα σε δυσκολία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε αδυναμία κάλυψης ακόμη και των ανελαστικών δαπανών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι οι προϋπολογισμοί των πανεπιστημίων να υπολείπονται των απαιτήσεων που προκύπτουν από τις πραγματικές ανάγκες τους. Η οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας, η οποία υποχρεούται να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία τους με την κατ’ ελάχιστον κάλυψη των ανελαστικών λειτουργικών δαπανών των πανεπιστημίων. Η Σύνοδος Αντιπρυτάνεων θεωρεί ότι αν δεν είναι διασφαλισμένο το (ήδη μειωμένο) ύψος της τρέχουσας χρηματοδότησης, κανένα ίδρυμα δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις ανελαστικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη λειτουργία του».

Τα ίδια επισημαίνει και η ανακοίνωση εκατοντάδων πανεπιστημιακών, οι οποίοι είχαν αναλάβει πρωτοβουλία για την  αποτροπή ψήφισης του σχεδίου νόμου:

«…Θεωρούμε ταυτόχρονα προκλητική την απόφαση για τη χρηματοδότηση του σώματος αυτού από τον προϋπολογισμό των ελληνικών πανεπιστημίων εις βάρος των ήδη ελλιπών πόρων για την εκπαίδευση, την έρευνα και την υλικοτεχνική τους υποδομή. Η πρόσληψη 1.000 αστυνομικών για τα πανεπιστήμια μετά από μία ολόκληρη δεκαετία υποστελέχωσής τους σε διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό κάνουν κραυγαλέα την πρόκληση αυτή. Σε καιρούς πανδημίας, με τα πανεπιστήμια να υπολειτουργούν ως φυσικοί χώροι εκπαίδευσης και έρευνας, θεωρούμε αδιανόητο ότι τίθεται -και μάλιστα κατά προτεραιότητα- θέμα πανεπιστημιακής αστυνομίας»

3.

Φυσικά, το άρθρο του νόμου που αποτυπώνει το πνεύμα της κυβέρνησης περισσότερο από όλα, είναι το 18, με το οποίο θεσμοθετείται η πανεπιστημιακή αστυνομία (Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος (Ο.Π.Π.Ι.)). Αυτές οι ομάδες θα στελεχώνονται από αστυνομικό προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. και ειδικούς φρουρούς (δηλαδή θα μπορούσαν και ΜΑΤ, ΟΠΚΕ, ΔΕΛΤΑ, ΔΙΑΣ κ.ο.κ.).

Το πλαίσιο των καθηκόντων των αστυνομικών μονάδων δεν έχει φυσικά οποιαδήποτε σχέση με οτιδήποτε ακαδημαϊκό, παρά μόνο με καταστολή και επιτήρηση: Στο ίδιο άρθρο, προσδιορίζονται τα καθήκοντα: α) την αποτροπή τέλεσης αδικημάτων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι., β) τη στελέχωση και λειτουργία των Κέντρων Λήψης Σημάτων μαζί με το προσωπικό των Α.Ε.Ι., γ) την πραγματοποίηση περιπολιών, δ) την αντιμετώπιση της παραβατικότητας. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες και ασκεί όλες τις κατά νόμο αρμοδιότητες σύμφωνα και με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4485/2017.

Έπειτα, είναι σαφές ότι μέσα στον, υποτίθεται, συνταγματικά αυτοδιοικούμενο χώρο των ΑΕΙ (λέγοντας χώρο εννοούμε όχι απλώς τα κτίρια και τα πάρκα, αλλά ολόκληρη την καθημερινή ζωή και λειτουργία των πανεπιστημίων), θα έχει πλέον θέση μια δεύτερη κρατική Αρχή, η Ελληνική Αστυνομία, και μάλιστα (παρ.5) «…Οι διοικήσεις των Α.Ε.Ι. υποχρεούνται να διευκολύνουν με κάθε τρόπο το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. στο Α.Ε.Ι. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους».

Κι αν μεν στην παρ.4 του άρθρου 18 ορίζεται ότι η ΟΠΠΙ δεν φέρει πυροβόλα όπλα, είναι απολύτως ανοικτό (και άρα βέβαιο) ότι θα μπορεί να φέρει άλλα όπλα, όπως  δακρυγόνα, κρότου λάμψης, τέιζερ, σπρέι, γκλομπς κ.ο.κ.. Άλλωστε, στο μέλλον, με μια απλή τροπολογία στα ψιλά γράμματα ενός άσχετου σχεδίου νόμου, τα πυροβόλα όπλα μπορεί και να προστεθούν. Δηλαδή, ανά πάσα στιγμή, με κατά το δοκούν εκτίμηση, η εκάστοτε κυβέρνηση θα μπορεί να εξοπλίσει την ΟΠΠΙ με πυροβόλα όπλα. Η εποχή ενός νέου Κορκονέα δεν είναι μακριά.

Ταυτόχρονα, όπως επισημαίνει πολύ εύστοχα ο δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος:

«…εύγλωττος είναι ο εφοδιασμός της πανεπιστημιακής αστυνομίας με αυξημένες εξουσίες, που στερούνται οι ομόλογοί της εκτός ΑΕΙ. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, οι «ειδικοί φρουροί» (σώμα χαμηλών προσόντων που ιδρύθηκε το 1999 επί Σημίτη με αποκλειστικό καθήκον τη «φύλαξη ευπαθών στόχων αστυνομικού ενδιαφέροντος», προκειμένου ν’ απαλλαγούν οι εκπαιδευμένοι -κανονικοί- αστυνομικοί από τέτοιες χρονοβόρες αγγαρείες) απαγορεύεται ρητά να ασκούν προανακριτικά καθήκοντα (άρθρο 9§9 του Ν.2734). Με το νομοσχέδιο Χρυσοχοΐδη-Κεραμέως (άρθρο 19) αυτή η απαγόρευση αίρεται ειδικά και μόνο για τα ΑΕΙ: «Στους ειδικούς φρουρούς που στελεχώνουν τις Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (Ο.Π.Π.Ι.), επιτρέπεται η άσκηση προανακριτικών καθηκόντων για το διάστημα που υπηρετούν σε αυτές και για υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Μ’ άλλα λόγια ένας ειδικός φρουρός θα εξακολουθεί να μη μπορεί να κάνει προανάκριση για έναν πορτοφολά στην Ομόνοια, θα έχει όμως το δικαίωμα να το κάνει εντός των ΑΕΙ, στέλνοντας στον εισαγγελέα κάθε φοιτητή, υποψήφιο διδάκτορα ή πανεπιστημιακό καθηγητή, αν θεωρήσει λ.χ. πως αυτός υποστήριξε δημόσια την αντίσταση σε κάποιο νόμο ή διαταγή των αρχών (βλ. παρακάτω για το αδίκημα της «διέγερσης»).»

4.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις διατάξεις του νόμου σχετικά με την επιτήρηση με κάμερες των πανεπιστημιακών σχολών. Ο νόμος σε αυτό το θέμα αποτυπώνει απολύτως την κουλτούρα της εκτεταμένης επιτήρησης, που τόσο έχει καταγγελθεί δημοσίως εδώ και χρόνια στην Ευρώπη αλλά είναι ο βασικός πυλώνας των νομοθετικών πρωτοβουλιών του Υπουργείου ΠΡΟΠΟ στην Ελλάδα σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα (βλ. τις αποκαλύψεις σχετικά με τα συστήματα αναγνώρισης προσώπου που αγόρασε κρυφά  η ΕΛΑΣ κ.ο.κ.).

Στο άρθρο 12 παρ.2, ορίζεται ότι μπορούν οι εξωτερικοί και εσωτερικοί  χώροι των ΑΕΙ να επιτηρούνται από κάμερες. Όμως, αφήνεται αρρύθμιστο αν μπορούν να υπάρχουν κάμερες μέσα λ.χ. στα αμφιθέατρα. Απλώς «δεν μπορούν να καταγράφουν τις πανεπιστημιακές παραδόσεις ή τους χώρους εργασίας του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού». Μπορούν όμως οι κάμερες να καταγράφουν την καθημερινότητα των φοιτητών, τις γενικές συνελεύσεις των φοιτητικών συλλόγων, τις συνεδριάσεις των πανεπιστημιακών οργάνων, τις βιβλιοθήκες, τα κυλικεία, τυχόν εκδηλώσεις κ.ο.κ..

Η ΑΠΔΠΧ σε έγγραφό της, με το οποίο ασκεί κριτική προς το Υπουργείο αναφέρει ότι:

«…Κατ’ αρχάς ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων εγείρονται ιδίως στις διατάξεις του σχεδίου νόμου πού άπτονται της πολιτικής ασφάλειας και προστασίας των ΑΕΙ, στις οποίες προβλέπεται μεταξύ άλλων η δυνατότητα λειτουργίας ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας συμπεριλαμβανομένων μέσων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή εικόνας και ήχου σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους (αρ. 8 του σχ.ν.). Ως προς τούτο αρχικώς πρέπει να σημειωθεί ότι καίτοι στο αρ. 8 παρ.2 του σχ.ν. αναφέρεται ότι κάθε ΑΕΙ, με κριτήριο το μέγεθός του, τις ιδιαίτερες ανάγκες, τη συχνότητα εμφάνισης παραβατικών συμπεριφορών και τη διαβάθμιση του επιπέδου ασφαλείας και προστασίας του, μπορεί να τοποθετεί ηλεκτρονικά και λοιπά συστήματα ασφαλείας που καλύπτουν μέρος ή το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του», οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το κάθε ΑΕΙ νοείται ως υπεύθυνος επεξεργασίας, εντούτοις αυτό δεν καθίσταται απόλυτα σαφές από το σύνολο των άρθρων του σχεδίου νόμου, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη και το αρ. 13 στο οποίο προβλέπεται σύσταση ΟΠΠΙ, οι οποίες θα απαρτίζονται από κατώτερους αξιωματικούς της Ελληνική Αστυνομίας. Επισημαίνεται ότι, όπως παγίως κρίνει  Αρχή, όταν μια επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προβλέπεται σε διάταξη τυπικού νόμου, τότε η διάταξη θα πρέπει μεταξύ άλλων, να αναφέρει τα βασικά χαρακτηριστικά της επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένων, πέραν του σκοπού αυτής, και των δεδομένων τα οποία θα τύχουν επεξεργασίας , και τον υπεύθυνο  επεξεργασίας.»

Η ΑΠΔΠΧ υπέβαλε αυτές τις παρατηρήσεις πριν την ψήφιση του νόμου, επομένως ορισμένες από αυτές ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο. Όμως, εν τέλει, ως Υπεύθυνος Επεξεργασίας ορίστηκε (παρ.6 περ.α. αρ.12) από κοινού το ΑΕΙ με την Ελληνική Αστυνομία. Με διάταξη απλού νόμου δηλαδή αίρεται στο πεδίο της επιτήρησης το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ. Κι όχι απλά αίρεται αλλά μάλιστα εισάγεται επίσημα ως «μεγάλος αδελφός» η ΕΛ.ΑΣ. Και  με την παρ. 3 του αρ.12,  δίνεται και φανταχτερός τίτλος: «Σε κάθε Α.Ε.Ι. εγκαθίσταται «Κέντρο Ελέγχου και Λήψης Σημάτων και Εικόνων», το οποίο συνδέεται με όλα τα τεχνολογικά συστήματα ασφαλείας και επικοινωνιών που εγκαθίστανται και λειτουργούν εντός του Α.Ε.Ι..». Το Κέντρο αυτό θα στελεχώνεται και από αστυνομικό προσωπικό φυσικά.

Βέβαια, (περ.ε της ίδιας διάταξης) «τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία, ο χρόνος τήρησης και οι αποδέκτες αυτών καθορίζονται με διάταγμα του Υπουργού Παιδείας…». Και πάλι κατά δοκούν δηλαδή.

Έπειτα, σύμφωνα με το αρ.14  του νόμου 3917/2011  (Χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους), ο οποίος είναι ο εξουσιοδοτικός του ΠΔ 75/2020 νόμος, ορίζεται ότι:

«1. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους, εφόσον συνεπάγεται την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επιτρέπεται μόνο για: α) τη διαφύλαξη της εθνικής άμυνας, β) την προστασία του πολιτεύματος και την αποτροπή εγκλημάτων προδοσίας της χώρας, γ) την αποτροπή και καταστολή εγκλημάτων που συνιστούν επιβουλή της δημόσιας τάξης, δ) την αποτροπή και καταστολή εγκλημάτων βίας, εμπορίας ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας, όταν με βάση πραγματικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις και ε) τη διαχείριση της κυκλοφορίας. 2. Η εγκατάσταση και λειτουργία των συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους γίνεται μόνο από κρατικές αρχές με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. 3. Δημόσιοι χώροι για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων νοούνται: α) οι κατά την κείμενη νομοθεσία και τα σχέδια πόλεων προοριζόμενοι για κοινή χρήση, β) οι ελευθέρως προσβάσιμοι σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων ανοικτοί χώροι  (περιφραγμένοι ή μη) που τίθενται σε κοινή χρήση με νόμιμο τρόπο και γ) οι σταθμοί διακίνησης επιβατών με μέσα μαζικής μεταφοράς. 4. Με προεδρικό διάταγμα που….».

Η ΑΠΔΠΧ στο έγγραφό της επισήμανε ότι «…στο σχέδιο νόμου γίνεται παραπομπή στο ΠΔ 75/2020 για τη χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους….Ωστόσο από τις διατάξεις του ΠΔ 75/2020 προκύπτει ότι στις ως άνω αναφερόμενες κρατικές αρχές δεν υπάγονται τα ΑΕΙ». Και αυτό είναι ορθό, αφού ρητά το αρ.4  του ΠΔ 75/2020 ορίζει ότι : «…Οι δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη των εγκλημάτων ή την εκτέλεση των ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους, εν προκειμένω η Ελληνική Αστυνομία, το Πυροσβεστικό Σώμα και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή, είναι υπεύθυνοι επεξεργασίας…».

Η προσθήκη λοιπόν από το αρχικό σχέδιο νόμου στο τελικό της ΕΛΑΣ ως Υπεύθυνου επεξεργασίας «από κοινού» με το ΑΕΙ δεν είναι τυχαία.

Πέραν όμως αυτού, όπως φαίνεται, από την παρ. 1 του αρ. 14 του ν.3917/2011, εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο όταν με βάση πραγματικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις, όπως  εγκλήματα βίας, εμπορία ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, εγκλήματα κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών και εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας. Στην ουσία δηλαδή το Υπουργείο υπολαμβάνει ότι άνευ ετέρου τα πανεπιστήμια είναι εξαρχής  ύποπτοι χώροι για την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων, και μάλιστα ότι συντρέχουν και επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν.

Το ότι τα Ιδρύματα επιθυμούν να προστατεύουν εξοπλισμό και υλικό μέσα σε εργαστήρια και γραφεία όμως, δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την γενικευμένη, εκτεταμένη βιντεοεπιτήρηση του άρθρου 8 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου. Με άλλα λόγια, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, που τόσο συνταγματικά όσο και νομοθετικά  κατοχυρώνεται, από τον ΓΚΠΔ αλλά και από τα ειδικότερα νομοθετήματα (ν.3917/2011, ΠΔ 75/2020 κ.ά.).

Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει και η ΑΠΔΠΧ: «…Περαιτέρω, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει χώρα πρέπει, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ να εξοπλίζεται με επαρκείς και αναγκαίες εγγυήσεις που αντικατοπτρίζουν τις αρχές επεξεργασίας και δρουν αποτρεπτικά στην καταχρηστική και δυσανάλογη επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το αρ. 8 ΕΣΔΑ… Εξάλλου οι περιορισμοί ατομικού δικαιώματος πρέπει να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημόσιου συμφέροντος, να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και να μην απονέμουν στη διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια».

Ο νόμος που ψηφίστηκε διατυπώνει ολόκληρο θεωρητικό σχήμα για να τεκμηριώσει την επιβολή μέτρων επιτήρησης (βλ. αρ.12 παρ. 2), όπου ως σκοπός της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από την Ελληνική Αστυνομία (από κοινού με το ΑΕΙ) είναι η πρόληψη και αντιμετώπιση των μισών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα εν γένει, ενώ φυσικά για «λεπτομέρειες» παραπάμπει και  πάλι στην έκδοση κατά το δοκούν προεδρικών διαταγμάτων (παρ.10).

5.

Το ζήτημα της αναλογικότητας εφαρμογής ενός μέτρου, εν προκειμένω της εκτεταμένης βιντεοεπιτήρησης των πανεπιστημιακών χώρων, είναι εξαιρετικά σημαντικό από την άποψη της προστασίας των προσωπικών δεδομένων όσων φυσικών προσώπων καταγράφονται. Η σημασία αυτή προκύπτει και από τον ΓΚΠΔ, του οποίου την υπερνομοθετική ισχύ η κυβέρνηση φαίνεται να παρακάμπτει, αλλά και από την πιο εξειδικευμένη ανάλυση των κανόνων και πλαισίων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ο ΓΚΠΔ στο άρθρο 9 ορίζει ρητά ότι: «1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό».

Έπειτα, στις «Κατευθυντήριες γραμμές 3/2019 σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω βιντεοσυσκευών» του  Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων που εκδόθηκαν στις 29 Ιανουαρίου 2020, περιγράφονται οι βασικές αρχές σχετικά με τα συστήματα αυτά:

«…Συστηματική και σε μεγάλη κλίμακα επεξεργασία για την παρακολούθηση, την παρατήρηση ή τον έλεγχο των φυσικών προσώπων με χρήση δεδομένων που συλλέγονται μέσω συστημάτων βιντεοεπιτήρησης ή μέσω δικτύων ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο σε δημόσιο χώρο, δημοσίως προσβάσιμο χώρο ή ιδιωτικό χώρο προσιτό σε απεριόριστο αριθμό προσώπων. Περιλαμβάνει την παρακολούθηση των κινήσεων ή της τοποθεσίας/γεωγραφικής θέσης σε πραγματικό ή μη χρόνο ταυτοποιημένων ή ταυτοποιήσιμων φυσικών προσώπων…

Τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης συλλέγουν συνήθως τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων τα οποία ενδέχεται να αποκαλύψουν δεδομένα πολύ προσωπικής φύσης, ακόμη και ειδικών κατηγοριών δεδομένα. Ενδέχεται δηλαδή μη σημαντικά δεδομένα, που συλλέγονται αρχικά μέσω βίντεο, να χρησιμοποιηθούν για την εξαγωγή άλλων πληροφοριών για την επίτευξη διαφορετικού σκοπού (π.χ. για την χαρτογράφηση των συνηθειών ενός ατόμου)…

…Από εικόνες που δείχνουν ταυτοποιήσιμα υποκείμενα των δεδομένων να συμμετέχουν σε εκδήλωση, απεργία κ.λπ., θα μπορούσαν να εξαχθούν συμπεράσματα για τα πολιτικά φρονήματα αυτών των ατόμων…

…Σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, όταν ένα είδος επεξεργασίας ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να διενεργεί εκτίμηση των επιπτώσεων για την προστασία δεδομένων…

…Το άρθρο 35 παράγραφος 3 στοιχείο γ) του ΓΚΠΔ ορίζει ότι οι υπεύθυνοι επεξεργασίας υποχρεούνται να διενεργούν εκτιμήσεις αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων εάν η επεξεργασία αποτελεί συστηματική παρακολούθηση δημοσίως προσβάσιμου χώρου σε μεγάλη κλίμακα…

…Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 3 στοιχείο β) του ΓΚΠΔ η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων είναι αναγκαία όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας σκοπεύει να επεξεργαστεί ειδικές κατηγορίες δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα…

…Η διενέργεια ΕΑΠΔ απαιτείται όταν ένα είδος επεξεργασίας, ιδίως με τη χρήση νέων τεχνολογιών και συνεκτιμώντας τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων (άρθρο 35 παρ. 1 του ΓΚΠΔ). Ενδεικτικές περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται διενέργεια ΕΑΠΔ παρατίθενται στο άρθρο 35 παρ. 3 του ΓΚΠΔ…

β) μεγάλης κλίμακας επεξεργασίας των ειδικών κατηγοριών δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 10 ή γ) συστηματικής παρακολούθησης δημοσίως προσβάσιμου χώρου σε μεγάλη κλίμακα…» (βλ. ανωτέρω αρ. 9 ΓΚΠΔ).

Κατ’ αρχήν, είναι σαφές από τα παραπάνω ότι ολόκληρος ο θεσμός της βιντεοεπιτήρησης στα πανεπιστήμια, με τόσο εκτεταμένη μορφή, όπως περιγράφεται το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας, βρίσκεται εκτός του πλαισίου που ορίζει η διεθνής και εθνική νομοθεσία για την προστασία των δικαιωμάτων και προσωπικών δεδομένων των πολιτών. Πρόκειται για μία ειδική νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου, που στοχεύει απευθείας ακριβώς στο πλήγμα αυτών των ελευθεριών και δικαιωμάτων μέσα στα πανεπιστήμια. Εννοείται ότι το Υπουργείο συντάσσοντας το σχέδιο νόμου παράκαμψε εντελώς αυτή τη νομοθεσία.

Η παράκαμψη αυτή, δε, ήταν τόσο προφανής που στο ίδιο παραπάνω έγγραφό της η ΑΠΔΠΧ επισημαίνει τα ακόλουθα:

«…Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται αναγκαίο στη νομοθετική διάταξη να υπάρχουν σαφείς και ακριβείς κανόνες που επιβάλουν έναν  ελάχιστο αριθμό απαιτήσεων, ούτως ώστε τα πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα υφίστανται επεξεργασία, να έχουν επαρκείς εγγυήσεις ότι προστατεύονται αποτελεσματικά τα προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα τους. Καθώς στο ΠΔ 75/2020 προσδιορίζονται αναλυτικά η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης, κριτήρια για την τήρηση της αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς και λοιπά χαρακτηριστικά τα οποία διασφαλίζουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων και δεδομένου ότι όπως αναφέρεται ανωτέρω, το ΠΔ αυτό δεν μπορεί να έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση της εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων επιτήρησης που προβλέπεται στο σχέδιο νόμου, πρέπει να αναφερθεί ότι για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων εφαρμόζονται αναλογιώς οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω ΠΔ».

Στο δε άρθρο 5 του ΠΔ 75/2020 ορίζονται αυτά τα κριτήρια:

«1. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που είναι απαραίτητο και όταν οι επιδιωκόμενοι κατά το άρθρο 3 του παρόντος διατάγματος σκοποί, της πρόληψης ή καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης της κυκλοφορίας δεν μπορούν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με άλλα ηπιότερα μέτρα. Με την απόφαση που εκδίδεται κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 του παρόντος για την εγκατάσταση των συστημάτων επιτήρησης αιτιολογείται ειδικώς η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων που δικαιολογούν την επιτήρηση συγκεκριμένου χώρου. Ειδικώς για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης για την πρόληψη ή καταστολή των εγκλημάτων απαιτείται να συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελούνται ή πρόκειται να τελεσθούν στον συγκεκριμένο χώρο ποινικά αδικήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος. Η συνδρομή επαρκών ενδείξεων αιτιολογείται με την αναφορά πραγματικών στοιχείων όπως, ιδίως, στατιστικών ή εμπειρικών δεδομένων, μελετών, εκθέσεων, μαρτυριών, πληροφοριών για τη συχνότητα, το είδος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων που τελούνται σε συγκεκριμένο χώρο, καθώς και για την, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, πιθανολογούμενη εξάπλωση ή μεταφορά της εγκληματικότητας σε άλλο δημόσιο χώρο. Η επιτήρηση κρίνεται απαραίτητη όταν, κατ’ εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών στοιχείων, σχηματίζεται η εύλογη πεποίθηση ότι στους συγκεκριμένους δημόσιους χώρους απειλούνται σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια…».

Οι προϋποθέσεις αυτές της νομοθεσίας που συνιστά το νόμιμο πλαίσιο επιτήρησης απέχουν πάρα πολύ από όσα ορίζει ο νέος νόμος της Νίκης Κεραμέως. Για την ακρίβεια, δεν πληρείται απολύτως καμία. Στο νόμο δεν γίνεται απολύτως καμία αναφορά «πραγματικών στοιχείων όπως, ιδίως, στατιστικών ή εμπειρικών δεδομένων, μελετών, εκθέσεων, μαρτυριών, πληροφοριών για τη συχνότητα, το είδος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων που τελούνται σε συγκεκριμένο χώρο, καθώς και για την, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, πιθανολογούμενη εξάπλωση ή μεταφορά της εγκληματικότητας σε άλλο δημόσιο χώρο».

Έπειτα, σύμφωνα με τις σαφείς οδηγίες της ΑΠΔΠΧ και του ΓΚΠΔ: «Όταν η επεξεργασία ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα των ατόμων, ιδίως επειδή είναι συστηματική, μεγάλης κλίμακας, αφορά ειδικές κατηγορίες δεδομένων και βασίζεται στη χρήση νέων τεχνολογιών, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να διενεργήσει εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία των δεδομένων (Data protection impact assessment). Όταν βάσει της διενεργηθείσας εκτίμησης αντικτύπου και παρά την πρόβλεψη μέτρων προστασίας παραμένει υψηλή επικινδυνότητα της επεξεργασίας, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να προβεί σε προηγούμενη διαβούλευση με την εποπτική Αρχή».

Φυσικά από το Υπουργείο Παιδείας για το νομοσχέδιο/νόμο αυτό,  δεν έχει εκπονηθεί Εκτίμηση Αντικτύπου, η οποία είναι υποχρεωτική στην περίπτωση τόσο μαζικής επεξεργασίας δεδομένων, και μάλιστα ενδεχομένως και δεδομένων ειδικών κατηγοριών, όπως πολιτικές πεποιθήσεις, συνδικαλιστική δραστηριότητα κ.ά.. Και αυτή, παραπέμπεται στις καλένδες.

Στο ίδιο κλίμα, ο συνάδελφος και αρθρογράφος Βασίλης Σωτηρόπουλος, επισημαίνει ορθά ότι:

«…Ενώ λοιπόν με σαφήνεια ο GDPR λέει ότι ο καθορισμός της μεταξύ τους ευθύνης ΔΕΝ γίνεται “μέσω συμφωνία μεταξύ τους”, όταν οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων επεξεργασίας καθορίζονται από την νομοθεσία, όπως εξ ορισμού συμβαίνει με τις αρμοδιότητες των Α.Ε.Ι. και της ΕΛ.ΑΣ., αίφνης, το Υπουργείο Παιδείας, μετά την επισήμανση της Αρχής, έρχεται και προβαίνει στην εξής τροποποίηση του νομοσχεδίου: “Οι λεπτομέρειες ως προς την κατανομή της ευθύνης τους για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Γ.Κ.Π.Δ., ιδίως όσον αφορά στα καθήκοντά τους για την ικανοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων, για την ενημέρωσή τους, ως προς τη λήψη των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και κάθε άλλο συναφές ζήτημα καθορίζονται με Μνημόνιο Συνεργασίας, το οποίο υπογράφουν οι από κοινού Υπεύθυνοι Επεξεργασίας και τηρούν για σκοπούς λογοδοσίας”!!!…ενώ ο ΓΚΠΔ ξεκάθαρα ορίζει στο άρθρο 26 ότι οι ευθύνες καθορίζονται “με διαφανή τρόπο” και ΟΧΙ με μεταξύ τους συμφωνία όταν οι αρμοδιότητες ορίζονται νομοθετικά, το Υπουργείο Παιδείας φέρνει διάταξη εντελώς αντίθετη με τον GDPR ορίζοντας ότι ο καθορισμός ευθυνών καθορίζεται με “μνημόνιο συνεργασίας”, δηλαδή με συμφωνία τους, το οποίο δεν δημοσιεύουν καν (πάει ο “διαφανής τρόπος”), αλλά το τηρούν σε ένα συρτάρι».

6.

Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι καινοφανείς διατάξεις για την ελεγχόμενη πρόσβαση στα ΑΕΙ (αρ.16). Στην ουσία ο απώτερος σκοπός του είναι η καταγραφή προσωπικών δεδομένων κάθε εισερχόμενου στους χώρους όπου υπάρχει ελεγχόμενη πρόσβαση. Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με δήθεν ασφάλεια, προστασία ζωής και σωματικής ακεραιότητας οποιουδήποτε αλλά με «φακέλωμα» (βλ. περ.ε παρ.4). Άλλωστε, ήδη σε όλα τα ΑΕΙ υπάρχει ελεγχόμενη και περιορισμένη πρόσβαση σε χώρους όπου απασχολείται διοικητικό προσωπικό, εργαστήρια, βιβλιοθήκες κ.ο.κ., μπορούν δηλαδή να εισέρχονται μόνον διδάσκοντες, φοιτητές, ερευνητές, προσωπικό. Αυτό που λείπει, και θέλει να εισάγει η Νίκη Κεραμέως, είναι οι μπάρες και τα μηχανήματα ελέγχου με ακτινοβολία, ιδίως στους κοινόχρηστους χώρους των κτιρίων. Το συμπέρασμα προκύπτει με απλή λογική. Σε τελική ανάλυση οι πλέον κραυγαλέες περιπτώσεις εισόδου σε πανεπιστημιακούς χώρους «άσχετων» τα τελευταία 40 χρόνια, οι οποίοι μάλιστα προκάλεσαν και ζημιές ή σωματικές βλάβες, είναι τα «βανάκια» των μπράβων της ΟΝΝΕΔ σε πλείστες εκλογικές διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων. Ή η επίθεση Κασιδιάρη σε φοιτητή το 2007, για την οποία καταδικάστηκε. Ή ακόμα παλιότερα, οι ενέργειες του νυν Υπουργού Εσωτερικών.

7.

Εν κατακλείδι, το  σχέδιο νόμου αυτό  συνιστά, λαμβανομένων υπόψη και των υπόλοιπων διατάξεών του που δεν καταπιάνεται το άρθρο αυτό, μία μείζων τομή στο τοπίο όχι απλά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της φοιτητικής και πανεπιστημιακής ζωής, αλλά εν γένει στο πεδίο της  δημοκρατίας των ελευθεριών, του κράτους δικαίου, των ατομικών και λαϊκών δικαιωμάτων.

Σε συνδυασμό με το ασφυκτικό πλέον νομοθετικό πλαίσιο για τις διαδηλώσεις και τις κοινωνικές διαμαρτυρίες, αλλά και με δεδομένη την εφαρμογή ενός σκληρότατου και αυταρχικού δόγματος από το ΥΠΡΟΠΟ και την Ελληνική Αστυνομία απέναντι σε κάθε μορφή κοινωνικής, πολιτική, συνδικαλιστικής, ακόμη και πολιτιστικής, διαμαρτυρίας, συμπληρώνει ένα δυστοπικό όραμα, μιας κοινωνίας σε μόνιμη  «πολιτική» καραντίνα.

«…Ειδικό αποτέλεσμα της θεσμικής εγγύησης της πλήρους αυτοδιοίκησης αποτελεί η κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου. Ο συμφυής πολιτικός χαρακτήρας της επιστημονικής ελευθερίας προϋποθέτει μια εγγύηση ακώλυτης λειτουργίας των ΑΕΙ από οποιαδήποτε δημόσια επέμβαση, αλλά και από την παρουσία της δημόσιας δύναμης στο εσωτερικό του ΑΕΙ, αφού ακόμα και αυτή η παρουσία μπορεί να επενεργήσει αρνητικά στην ελεύθερη άσκηση των πανεπιστημιακών καθηκόντων….Ο όρος άσυλο δεν παραπέμπει σε έναν χώρο όπου δεν ισχύουν οι ποινικοί νόμοι, αλλά σε έναν χώρο όπου δεν εφαρμόζονται αστυνομικές διατάξεις και διαταγές και όπου μόνο υπό συγκεκριμένους όρους μπορεί να εισέλθει η δημόσια αστυνομική δύναμη για να προβεί σε έρευνες, συλλήψεις και να καταστείλει πράξεις που κατά τη γνώμη της και κατ’ εντολή της φυσικής και πολιτικής της ηγεσίας συνιστούν ποινικά αδικήματα…».

Ο θεσμός του ασύλου αποτελεί την εγγύηση της ελεύθερης ανάπτυξης πολιτικής, συνδικαλιστικής και ιδεολογικής πρακτικής μέσα στα πανεπιστήμια, λειτουργώντας τόσο ως φραγμός για τυχόν επέμβαση της αστυνομίας, αλλά και ως πεδίο ελεύθερης ανάπτυξης (σχεδόν) όλων  μορφών που μπορεί να λάβει μια πολιτική δραστηριότητα. Σήμερα, η προσπάθεια ταύτισης του ασύλου με ποινικά κολάσιμες και εν γένει κοινωνικά «αποκλίνουσες»/«απαράδεκτες» δραστηριότητες, προκειμένου αυτό είτε να αίρεται ευκολότερα είτε να καταργηθεί τυπικά ή ουσιαστικά, παίρνει κεντρική διάσταση για το  φοιτητικό κίνημα. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πανεπιστημιακό άσυλο συνιστά μία φωτεινή ρωγμή στο ζοφερό πεδίο της επιτηρούμενης και αστυνομευμένης κοινωνίας. Ή αντίστροφα, ότι αποτελεί μία προεικόνιση της ελευθερίας. Και πράγματι, πρόκειται στην ουσία για μια αντιστροφή της κυριαρχίας: ενώ παντού η εφαρμογή του νόμου και της τάξης συνδέεται άρρηκτα με τους μηχανισμούς καταστολής, στο χώρο του ασύλου ο δεσμός αυτός αίρεται και ο μηχανισμός καταστολής, όπως και η εφαρμογή του νόμου, υπόκεινται στη βούληση της δύναμης του φοιτητικού κινήματος. Αυτήν ακριβώς τη ρωγμή επιδιώκει να καλύψει η κυβέρνηση δια της  παρουσίας της αστυνομίας με θεσμικό ρόλο μέσα στην πανεπιστημιακή ζωή.

Η αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων, ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου και της μη επέμβασης δημόσιας δύναμης εντός των πανεπιστημιακών χώρων και της πανεπιστημιακής ζωής και καθημερινότητας, συνιστούν  λοιπόν ένα ζήτημα κάθε δημοκρατικά σκεπτόμενου πολίτη, κάθε κοινωνικής ομάδας που διεκδικεί ή θα διεκδικήσει τα δίκαιά της. Και στο παρελθόν υπήρξαν νόμοι που ψηφίστηκαν και έπεσαν.

Δε θα είναι ο πρώτος ψηφισμένος νόμος που θα πέσει.