9 Δεκεμβρίου 2019
 
 
σελίδα υποδοχής
ταυτότητα
αρχείο υλικών
θέσεις - απόψεις
έμμισθοι συνεργάτες   και ασκούμενοι
εισηγήσεις ημερίδας






θεματικές ενότητες:
1990
1992
1993
1994
1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2011
2019











συνδικαλιστική   επικαιρότητα
πολιτική επικαιρότητα
ημερολόγιο
σύνδεσμοι
επικοινωνία



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε το μηνιαίο newsletter:
rss

θέσεις - απόψεις

στείλτε αυτή τη σελίδα εκτύπωση





14 Νοεμβρίου 2019

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Ασφαλιστικό και "μεσαία τάξη": Τα ψέματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη (του Θ. Καμπαγιάννη)


- ΨΕΜΑ 1ο: “Θα υπάρξει μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των ελ. επαγγελματιών”

Σκοπός της κυβέρνησης είναι η αποσύνδεση του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών από το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα και η επιστροφή σε ένα σύστημα προαιρετικών κλάσεων (ακούγονται και άλλες εκδοχές, όπως κλάσεις αναλόγως εισοδήματος ή/και ετών άσκησης επαγγέλματος, κοκ). Ο ασφαλισμένος θα επιλέγει αυτοβούλως αν επιθυμεί να ενταχθεί στην κατώτερη κλάση ή αν θέλει να “ανέβει κατηγορία” με κίνητρο την αύξηση του ύψους της σύνταξης που θα λάβει στο μέλλον.

Σύμφωνα με πληροφορίες των ΜΜΕ (SofokleousIn, 31/10/2019, από όπου και τα αποσπάσματα), σε εισήγηση που υπέβαλε στον Υπουργό Εργασίας η ομάδα που έχει αναλάβει την αναδημιουργία του ασφαλιστικού συστήματος και την προσαρμογή του στις αποφάσεις του ΣτΕ προτείνεται:

“...οι εισφορές που αναλογούν στην κατώτατη ασφαλιστική κλάση, να αυξηθούν από το επίπεδο των 185,18 ευρώ, που είναι σήμερα, στο ποσό των 220 ή και 230 ευρώ. Θα πρόκειται για μια αύξηση της τάξης των 35 – 45 ευρώ τον μήνα ή κατά 420-540 ευρώ τον χρόνο”.

Η πρόταση αυτή αφορά το 83% των ασφαλισμένων αυτοαπασχολούμενων που σήμερα πληρώνουν την κατώτατη εισφορά (185,18 ευρώ), οι οποίοι θα δούν ΑΥΞΗΣΗ των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών που πληρώνουν από 1/1/2020.

Όταν, λοιπόν, η κυβέρνηση μιλάει για “μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών”, μιλάει αποκλειστικά για το 17% των ελεύθερων επαγγελματιών που έχουν εισοδήματα πάνω από τον κατώτατο μηνιαίο μισθό (650 ευρώ) και όχι για το 83%, δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία.

- ΨΕΜΑ 2ο: “Η αύξηση των εισφορών για το 83% πρέπει να γίνει για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ΕΦΚΑ”

“...Το τελικό ύψος της αύξησης θα εξαρτηθεί από το εύρος των μειώσεων των εισφορών για τα υψηλότερα κλιμάκια. Με δεδομένο ότι την κατώτατη εισφορά πληρώνει σήμερα το 83% των ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ, η αύξησή της θα τονώσει σημαντικά τα έσοδα του Ταμείου, προκειμένου να καλυφθεί το κόστος για τις μειώσεις των εισφορών του 17% των ασφαλισμένων”.

Για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ΕΦΚΑ χρειάζεται, πρώτα και κύρια, να πληρώνουν οι πολλοί. Μεγάλο ρόλο στην κατάρρευση των ταμείων έπαιξε η “παύση πληρωμών” χιλιάδων ασφαλισμένων, που απλούστατα δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο ύψος των εισφορών γιατί δεν βγαίνουν οικονομικά. Η αύξηση της κατώτατης εισφοράς κατά 35 με 45 ευρώ τον μήνα θα δυσκολέψει χιλιάδες συναδέλφους που οριακά καλύπτουν τις οφειλές τους.

Εδώ έχει μεγάλη σημασία η χρονική σύμπτωση αυτής της αύξησης της μηνιαίας εισφοράς με την έναρξη της ρύθμισης των 120 δόσεων αναφορικά με οφειλές περασμένων ετών στα ασφαλιστικά ταμεία. Όπως είναι γνωστό, η οριστικοποίηση της ρύθμισης έχει πάρει παράταση μέχρι τις 31/12/2019, προκειμένου να ανέβουν στη διαδικτυακή πλατφόρμα οι πλήρεις οφειλές των παρελθόντων ετών. Ο αριθμός των δικηγόρων που έχει κάνει αίτηση ένταξης στη ρύθμιση ανέρχεται σε 13.300, δηλαδή το 1/3 των δικηγόρων (τουλάχιστον) έχει οφειλές για τα παρελθόντα έτη! Με την οριστικοποίηση της αίτησης – που θα γίνει κατά νόμο το αργότερο στις 31/12/2019 – και τον προσδιορισμό του ύψους της μηνιαίας δόσης, χιλιάδες συνάδελφοι θα πρέπει να εντάξουν στον μηνιαίο προϋπολογισμό τους από 1/1/2020 και αυτό το επιπλέον έξοδο. Μάλιστα, η πληρωμή της δόσης και ταυτόχρονα των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών θα είναι υποχρεωτική, επί ποινή απώλειας της ρύθμισης!

Οι πηγές του Υπουργείου που διαρρέουν ότι “η αύξηση θα τονώσει τα έσοδα του ΕΦΚΑ” δεν συνυπολογίζουν αυτούς τους παράγοντες. Στην πραγματικότητα, είμαστε μπροστά στον άμεσο κίνδυνο νέας μαζικής εξόδου χιλιάδων ασφαλισμένων από τον ΕΦΚΑ, δλδ νέας τρύπας στα ταμεία.

- ΨΕΜΑ 3ο: “Η αύξηση των εισφορών για το 83% θα καλυφθεί από τη μείωση της φορολογίας”.

“Την αύξηση της ελάχιστης εισφοράς του ΕΦΚΑ, θα τη δικαιολογήσει η κυβέρνηση, με τη μείωση του εισαγωγικού συντελεστή της φορολογικής κλίμακας, για εισοδήματα των μη μισθωτών, έως ως 10.000 ευρώ... ο συντελεστής της φορολογικής κλίμακας για τους μη μισθωτούς, θα μειωθεί από το 22% που είναι σήμερα, στο 9% για τα εισοδήματα έως 10.000 ευρώ, από το 2020. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση θα υποστηρίξει ότι με τη μείωση του φόρου καλύπτεται η αύξηση των ασφαλ. εισφορών”.

Πρόκειται για την αποθέωση της αλχημείας! Η αύξηση των εισφορών για το 83% των συναδέλφων θα ξεκινήσει να ισχύει από 1/1/2020 και θα γίνει αισθητή από τον πρώτο μήνα, όπως το ίδιο θα ισχύσει και με τη δόση της ρύθμισης για τις παρελθούσες οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία. Αντίθετα, η μείωση της φορολογίας από το 22% στο 9% θα ισχύσει για τα εισοδήματα του 2020, δηλαδή θα γίνει αισθητή στην εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης του 2021.

Μόνο κάποιος που δεν έχει ιδέα από τη μάχη που δίνουν χιλιάδες επαγγελματίες να βγάλουν τον μήνα μπορεί να βάζει στην ίδια ζυγαριά μια αύξηση στις εισφορές από τον Ιανουάριο του 2020 με μια μείωση στον φόρο τον Αύγουστο του 2021! Και αυτή βέβαια η μείωση, πάντοτε υπό την αίρεση μιας “έκτακτης ανάγκης” (νέα όξυνση της κρίσης, αποτυχία συμφωνίας κυβέρνησης-δανειστών για τα ετήσια πλεονάσματα, κοκ) που μπορεί εν τέλει να την ακυρώσει.

- ΨΕΜΑ 4ο: “Η μεταρρύθμιση της επικουρικής ασφάλισης είναι προς το συμφέρον των ασφαλισμένων”.

Σύμφωνα με το σχεδιασμό της κυβέρνησης, η επικουρική ασφάλιση θα ακολουθήσει το “κεφαλαιοποιητικό” μοντέλο με σημείο έναρξης του νέου συστήματος την 1/1/2021. Από τη στιγμή εκείνη και μετά, οι εισφορές μας δεν θα χρηματοδοτούν το σύστημα της επικουρικής ασφάλισης στο σύνολό του, αλλά τον “ατομικό κουμπαρά” του κάθε ασφαλισμένου. Ο ΕΤΕΑΕΠ θα υπογράφει συμβάσεις με ΑΕΔΑΚ (Εναλλακτικούς Διαχειριστές Επενδύσεων) που θα επενδύουν τις εισφορές στην αγορά. Πρόκειται για κρατική μεσιτεία του ιδιωτικού τζογαρίσματος της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων. Μάλιστα οι ασφαλισμένοι θα καλούνται να επιλέγουν ανάμεσα σε μικρό, μεσαίο και μεγάλο επενδυτικό κίνδυνο, με τη σημείωση ότι η επιλογή μικρού επενδυτικού κινδύνου θα συνεπάγεται μια ελάχιστη σύνταξη.

Όπως είναι προφανές, και μόνο η μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο, θα σημάνει μια τεράστια μαύρη τρύπα στα ταμεία, αφού οι τρέχουσες εισφορές των νυν ασφαλισμένων χρηματοδοτούν τις αποδοχές των νυν συνταξιούχων. Η κυβέρνηση έχει ήδη έτοιμη την απάντηση: οι ασφαλισμένοι θα επωμιστούν το επιπλέον οικονομικό βάρος! Δηλαδή, για να πάρουν οι ιδιωτικές εταιρείες το φιλέτο των εισφορών μας, θα πρέπει να χρηματοδοτήσουμε ΚΑΙ το άνοιγμα της “αγοράς”.

- ΨΕΜΑ 5ο: “Το νέο ασφαλιστικό διορθώνει τις αδικίες του νόμου Κατρούγκαλου”

Ο νόμος Κατρούγκαλου, αποδεχόμενος πλήρως τις μνημονιακές δεσμεύσεις, τσάκισε το ύψος των συντάξεων, με τα χαμηλότατα ποσοστά αναπλήρωσης που προέβλεπε, και εισήγαγε τη λογική της κεφαλαιοποίησης (“όσα δίνεις τόσα παίρνεις”) σε αντίθεση με ο,τι ίσχυε επί δεκαετίες που οι συντάξεις ήταν ίδιες για όλους τους ασφαλισμένους. Το νέο ασφαλιστικό αποδέχεται πληρως τη μείωση των συντάξεων και την ανισότητα των παροχών, επεκτείνοντας τη λογική της ιδιωτικοποίησης και της διάλυσης της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης. Η μόνη “διόρθωση” που κάνει είναι να αυξήσει τις εισφορές των πολλών και να μειώσει τις εισφορές των λίγων. Πρόκειται για την περίφημη “ταξική μεροληψία”, μόνο που τωρα επιδεικνύεται προς όφελος των λίγων και των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών.

Απέναντι στα ψέματά τους, να αντιτάξουμε τη δική μας ΑΛΗΘΕΙΑ: να σταματήσουμε τις πολιτικές που μας εξοντώνουν, να κινητοποιηθούμε συλλογικά, να υπερασπιστούμε τη δουλειά και την αξιοπρέπεια μας.

 
   
   
   
   
14 Νοεμβρίου 2019

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Σαν να μην πέρασε μια μέρα (κι ενώ περάσαν τόσα μέτρα…): Παρέμβαση του Δ. Σαραφιανού στο 14ο Δικηγορικό Συνέδριο.


Δημοσιεύουμε την παρέμβαση στο 14ο Δικηγορικό Συνέδριο του Συμβούλου της παράταξής μας στο ΔΣΑ, Δημήτρη Σαραφιανού:

"Τα άλματα της γυναικείας χειραφετήσεως και εν Ελλάδι είναι τοιαύτα ώστε απίθανον δεν είναι να εμφανισθή εν προσεχεί μέλλοντι και Ελληνίς τις τολμηρά ενώπιον πρωτοδικείου, ίνα δώση τον δικηγορικόν όρκον προς συμπλήρωσιν των κενών στελεχών … της δικηγοροπλημμύρας!"

Γ. Φιλάρετος, Αι γυναίκαι ως δικηγόροι, Εφημερίς της Ελληνικής και Γαλλικής Νομολογίας, τ. ΚΑ’ (1901)

Η εισήγηση του Προέδρου της Ολομέλειας μάς επαναφέρει πίσω στη συζήτηση του 13ου Πανελλήνιου Δικηγορικού Συνεδρίου, ήτοι προ 22 συναπτών ετών. Άλλωστε και στο 12ο Πανελλήνιο Δικηγορικό Συνέδριο προτάθηκαν μέτρα αναμόρφωσης των νομικών σπουδών προκειμένου να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο του υπερπληθωρισμού των δικηγόρων (διάσπαση των νομικών σχολών σε τμήμα νομικών σπουδών και τμήμα νομικών επαγγελμάτων αντίστοιχα -πόρισμα 3ο του 12ου Συνεδρίου).

Η συζήτηση για τον δικηγορικό πληθωρισμό και την επιβολή της ασκήσεως ως μέτρου για την ανάσχεσή του, ανάγεται όχι μόνο στην αιτιολογική έκθεση του Κώδικα περί Δικηγόρων του 1954, ούτε μόνο στην αγόρευση Δημητρακόπουλου κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου περί δικηγόρων (μετέπειτα ν.1017/1911) την 22/11/1911 («Περί της ανάγκης του περιορισμού του αριθμού των δικηγόρων, νομίζω ότι δεν υπάρχει δευτέρα γνώμη»), αλλά ήδη στη γέννηση του ελληνικού κράτους (βλ. Λ.Τρίχα, Το Δικηγορείν εν Αθήναις, Αθήνα-Κομοτηνή 2003, Γ.Φιλάρετου, Δικηγοροπλημμύρα, Νομική Επιθεώρησις τ. Α΄1901-1902).

Η επιστροφή εν έτει 2019 στη συζήτηση περί δικηγορικού πληθωρισμού και ανάγκης ανάσχεσής του με την επιβολή φραγμών στην άσκηση του επαγγέλματος, όταν την τελευταία μάλιστα οκταετία έχουμε γίνει μάρτυρες της πλήρους αποδιάρθρωσης του επαγγέλματος με πρόσχημα την απελευθέρωσή του, είναι δείκτης του νεοφιλελεύθερου τρόπου σκέψης: αντί να μιλάς για κάτι «ανόσιο» ή να σιωπάς, μίλα για αυτό ad nauseam σαν να ήταν κάτι άλλο.

Αντί λοιπόν να μιλήσουμε για το τι πρέπει να κάνουμε για τη συντριπτική πλειοψηφία των δικηγόρων που απελευθερώνεται ακόμα και από τα τελευταία ευρώ της για να πληρώσει φόρους και εισφορές, που απελευθερώνεται από το άγχος να υπολογίζει τα χρόνια για να βγει στη σύνταξη (δεν θα βγει) και για τους δικηγόρους εκείνους που απελευθερώνονται οριστικά από το επάγγελμά τους, το γραφείο τους, ακόμα και το σπίτι τους με τον πραγματικό πληθωρισμό των πλειστηριασμών, αναμασούμε τα περί δικηγορικού υπερπληθωρισμού μπας και ξεχάσουμε τις πληγές μας.

Αντί να διεκδικήσουμε την κατάργηση των υπέρογκων δικαστικών τελών και παραβόλων (που μάλιστα έχουν οδηγήσει στη μείωση των δημοσίων εσόδων από τη λειτουργία του δικαστικού μηχανισμού) και να βάλουμε έτσι ένα φραγμό στην απελευθέρωση της δικαιοσύνης από το δικαίωμα των πολιτών να προσφεύγουν σε αυτή και στην αντίστοιχη απελευθέρωσή μας από τους πελάτες μας, συζητάμε πώς να βάλουμε φραγμούς στους δικηγόρους που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα νομικής βοήθειας.

Αντί να διεκδικήσουμε την επιστροφή των χρημάτων που απελευθερώθηκαν από τα αποθεματικά μας με τα PSI ή έστω να διεκδικήσουμε την επέκταση των γραμματίων προείσπραξης στις συμβάσεις μεγάλου οικονομικού αντικειμένου, ώστε να φτιάξουμε ένα νέο αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και ταμεία συνεργασίας που πραγματικά να μπορούν να στηρίξουν όσους/ες συναδέλφους μας βρίσκονται σε κατάσταση ένδειας, συζητάμε να ξοδέψουμε τα αποθεματικά μας για να φτιάξουμε κέντρα δια βιου μάθησης με πιστωτικές μονάδες που αφενός θα κάνουν πιο δύσκολη την πρόσβαση στο επάγγελμα για τους ασκουμένους (αφού εκτός του διαρκούς τρεξίματος για απλήρωτες δουλείες κλητήρα θα πρέπει να παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα) και αφετέρου θα αποτρέπουν -όσο είναι δυνατόν- να προάγονται οι νέοι δικηγόροι στα Εφετεία και τον Αρειο Πάγο, έτσι ώστε να πιέζονται να παραμένουν συνεργάτες των δικηγορικών εταιρειών ή όσων δικηγόρων έχουν ήδη προαχθεί για μεγαλύτερο χρόνο.

Απέναντι στον νεοφιλελεύθερο κοινωνικό δαρβινισμό του «ο θάνατος σου η ζωή μου» δεν μπορούμε να αντιτάξουμε συντεχνιακές κραυγές, αλλά πραγματικά μέτρα αλληλεγγύης. Η συντριπτική πλειοψηφία των δικηγόρων δεν έχουν ανάγκη ένα Δικηγορικό Συνέδριο που θα συζητάει μοντέρνους τρόπους για να κλείνουν οι πόρτες του επαγγελματικού μας τρόλει και να προστατεύει όσους πρόλαβαν να μπουν σπρώχνοντας από κείνους που ακόμη σπρώχνονται (και μάλιστα με πρόσχημα την απόκτηση γνώσης…)

Οποιος γνωρίζει έστω και ελάχιστα την πραγματικότητα του κλάδου έχει ήδη κατανοήσει ότι οι γνώσεις του δικηγόρου δεν αποκτούνται παρά με την πρακτική διεκπεραίωση των υποθέσεων και το συνεχές διάβασμα. Οποιος δεν έχει αναλάβει την ευθύνη να χειρισθεί μια υπόθεση δεν μαθαίνει δικηγορία παρά μόνο θεωρητικά. Οσο για την άσκηση, αυτή έχει γαλουχήσει μέχρι τώρα γενιές ασκουμένων με την κατάθεση δικογράφων, συνηθέστερα δε με το ψήσιμο των καφέδων και με άλλες γραμματειακές εργασίες. Η μαθητεία του ασκούμενου είναι μαθητεία στη μισθωτή δουλειά και όχι στη δικηγορία. Άλλωστε ακομα και όταν η άσκηση ειναι πραγματική, πραγματοποίειται συνηθως σε ενα γραφείο εξειδικευμένο σε ενα κλάδο του δικαίου και δεν μπορει να καλυψει το συνολικο εύρος του. Ευρος με το οποιο ο δικηγορος θά βρεθεί αντιμέτωπος στην πράξη και δεν είναι βέβαια οι εξετάσεις που θα του το μάθουν. Οσο για τήν άσκηση στα δικαστήρια, γνωριζουμε πολυ καλα όλοι οτι καλύπτει απλά τα οργανικά κενά της γραμματείας.

Με τις ρυθμίσεις που προτείνονται και οδηγούν στην ένταση της επιλογής δεν πρόκειται να αλλάξει ο χαρακτήρας και η πραγματικότητα της άσκησης, αλλά η ιδεολογία του ασκούμενου: ο μελλοντικός δικηγόρος θα τείνει να νομίζει ότι επειδή θα βγαίνουν λιγοτεροι στο επάγγελμα θα πρέπει να εντατικοποιήσει ακόμα περισσότερο τη συσσώρευση άχρηστων γνώσεων, να γλύψει τους καθηγητές και τους εργοδότες του και να πατήσει επι πτωμάτων για μια θέση στον ήλιο. Πρεπει βέβαια να ομολογήσουμε ότι οι προτάσεις του Προέδρου είναι πιο κοντά στις συγχρονες επιταγές του νεοφιλελευθερισμού. Ως ειναι γνωστο, με το σύμφωνο σταθερότητας προνομιοποιειται η κατάργηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και η διαρκής επανεκπαιδευση τους μεσω κεντρων δια βίου μάθησης, προκειμένου να ενισχυθεί η κινητικότητα των εργαζομένων. Πρόκειται για το γνωστό μοντέλο του απασχολησιμου εργαζομενου, ο οποιος δεν θα εχει τίποτε σταθερό στη ζωή του και θα επιδίδεται σε ενα διαρκες κυνήγι πιστωτικών μονάδων και προσόντων. Στην πρόταση βεβαια του Προέδρου δεν ειναι η κινητικότητα που προαγεται, αλλα το διαρκες κυνηγι για την αρση των συντεχνιακών φραγμών που η ιδια η πρόταση του επιβάλλει (αυστηρές εξετάσεις, περιορισμοί στην προαγωγή παρ εφεταις-παρ αρειω, περιορισμοί στη συμμετοχή στο σύστημα νομικης βοήθειας). Κατορθώνει ετσι να συνδυάσει τις χειρότερες όψεις και του νεοφιλελεύθερου και του συντεχνιακου μοντέλου. Ευγε!

Αν ο ΔΣΑ ήθελε πραγματικά να βοηθήσει στην άνοδο του επιπέδου της δικηγορίας θα έπρεπε να καταργήσει την άσκηση όπως τη γνωρίζουμε, να αναγνωρίσει πλήρη εργασιακά δικαιώματα στον πτυχιούχο της νομικής και να οργανώσει σεμινάρια και ημερίδες που θα μπορούν να τα παρακολουθούν δωρεάν όσο το δυνατόν περισσότεροι νεοι (αλλά και παλιότεροι) δικηγόροι πάνω στις σύγχρονες νομολογιακές και νομοθετικές εξελίξεις.
Να παρατηρήσουμε ακόμα ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν θα βελτιώσουν την κατάσταση στο επάγγελμα, που, αντίθετα απ’ότι λέγεται, δεν μαστίζεται από τον υπερπληθωρισμό, αλλά από την άνιση κατανομή της δικηγορικής ύλης μεταξύ των γραφείων. Με λιγότερους δικηγόρους δεν θα μεταφερθεί το 90% της ύλης που κατέχουν σήμερα το 10% των δικηγορικών εταιρειών στους υπόλοιπους δικηγόρους, αλλά θα ενταθεί ο ανταγωνισμός των μεγάλων εταιρειών για την κατάκτηση του ποσοστού της ύλης που θα παραμείνει ελεύθερο.

Εμείς επιμένουμε στις προτάσεις μας για κατάργηση της άσκησης και -μεταβατικά- για νομοθετική κατοχύρωση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ασκουμένων με πειθαρχικό έλεγχο των σχετικών παραβάσεων

 
   
   
   
   
14 Νοεμβρίου 2019

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Οι αποφάσεις του ΣτΕ περί της συνταγματικότητας του ν.4387/2016. Τι έπεται; (της Σοφίας Αμοριανού)


Εκδηλωση Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγορικής Ανατροπής

Οι αποφάσεις του ΣτΕ περί της συνταγματικότητας του ν.4387/2016.Τι έπεται;

Εισήγηση Σοφίας Αμοριανού

Δ.Σ.Α. 1/11/2019

Κοινωνική ασφάλιση σημαίνει κοινωνική προστασία. Προστασία από τους κινδύνους της ζωής, από τα τυχαία πλήγματα της μοίρας. Προστασία από τον κίνδυνο της ανεργίας, της ασθένειας, των γηρατειών, της αναπηρίας, που επιφέρουν απώλεια εισοδήματος από την εργασία ή το επάγγελμα. Ο εργαζόμενος ανέχεται την παρακράτηση ενός μέρους του μισθού του –εάν είναι μισθωτός- ή αποδίδει ένα μέρος των απολαβών του –εάν είναι αυτοαπασχολούμενος ή ελεύθερος επαγγελματίας– στο δημόσιο σύστημα ασφάλισης υπό τη μορφή εισφορών. Με την καταβολή των εισφορών σχηματίζεται το κοινωνικοασφαλιστικό κεφάλαιο, τη βιωσιμότητα του οποίου εγγυάται το Κράτος, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Με την καταβολή των εισφορών του, ο εργαζόμενος έχει τη βεβαιότητα ότι κατά τη στιγμή του κινδύνου, όταν πλέον αδυνατεί να εργαστεί, θα λάβει παροχές, οι οποίες θα του εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής, όσο το δυνατόν πλησιέστερα σε αυτό που απολάμβανε κατά τον εργασιακό του βίο.

Στα αναδιανεμητικά συστήματα συλλογικής ανταπόδοσης, που βασίζονται στην αλληλεγγύη των γενεών, η εισφορά κοινωνικής ασφάλισης αντιπροσωπεύει το μέρος της εργασίας που δεν μετατρέπεται σε ατομικό μισθό, αλλά κοινωνικοποιείται και χρηματοδοτεί χρόνο εκτός εργασίας και υπό τη μορφή παροχών. Οι ασφαλισμένοι με την καταβολή των εισφορών τους αφενός προστατεύουν τον εαυτό τους από μελλοντικούς και αβέβαιους κινδύνους, αφετέρου προστατεύουν και τους άλλους, διασφαλίζοντας -μέσω της συγκέντρωσης των πόρων του κοινωνικού κεφαλαίου- την ικανότητα όλων να συμμετέχουν, όσο το δυνατόν ισότιμα, στη ζωή της κοινότητας. Η αλληλεγγύη δεν αφορά μόνο τη μεταφορά πόρων μέσα στην ίδια γενεά, αλλά είναι διαγενεακή, αφού οι σημερινοί ενεργώς ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν με τις εισφορές τους τις παροχές των συνταξιούχων.

Μέσω της κοινωνικής ασφάλισης, το Κοινωνικό Κράτος ασκεί κοινωνική πολιτική και με αναδιανεμητικές πολιτικές μεριμνά για την κοινωνική ασφάλεια όλων των ανθρώπων, που συμβιώνουν στον κοινωνικό σχηματισμό. Οργανώνοντας συλλογικούς μηχανισμούς αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας και καθιερώνοντας την υποχρεωτικότητα της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης το Κοινωνικό Κράτος εγγυάται, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, την επάρκεια των κοινωνικών παροχών, έτσι ώστε κανένα άτομο να μη βρεθεί εκτός, να μην περιέλθει σε κατάσταση φτώχιας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Στα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα που βασίζονται στην περιουσία, ο κοινωνικοποιημένος μισθός μετατρέπεται σε εξατομικευμένη «ιδιοκτησία», ως περιουσία του ασφαλισμένου από τη συσσωρευμένη αξία των ατομικών του εισφορών. Στα συστήματα αυτά η ανταπόδοση, προσαρμοσμένη σε μια περιουσιακή αντίληψη της σύνταξης, έχει τον χαρακτήρα προσωρινής αποταμίευσης. Οι εισφορές τοποθετούνται στις κεφαλαιαγορές, επνδύονται σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, και οι παροχές είναι συνάρτηση της απόδοσής αυτών των προϊόντων. Έτσι, δεν υπάρχουν δεσμεύσεις ως προς το τελικό ποσό των παροχών. Γι’ αυτό τα κεφαλοποιητικά συστήματα, είναι συστήματα «καθορισμένων εισφορών». Τα κεφαλοποιητικά συστήματα προϋποθέτουν συνεχή απασχόληση για να τροφοδείται ο ατομικός συνταξιοδοτικός λογαριασμός. Η σύνταξη εμφανίζεται ως αποτέλεσμα αποταμίευσης και επένδυσης. Συνήθως οι επενδύσεις στο χρηματιστήριο είναι επενδύσεις με μεγάλο ρίσκο και το ρίσκο αυτό, δηλαδή, ο κίνδυνος της επένδυσης μεταφέρεται στον ασφαλισμένο.

Τις τελευταίες δεκαετίες, υπό την πίεση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και των πολιτικών του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, που προώθησαν οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, η μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων έλαβε παντού την ίδια αρνητική χροιά της μείωσης του προβλεπόμενου επιπέδου προστασίας, της αυστηροποίησης των όρων πρόσβασης στις παροχές, με υψηλότερες εισφορές για μεγαλύτερο διάστημα, με αύξηση των ορίων ηλικίας, με κατάργηση των κατωτάτων ορίων παροχών και ενίσχυση των ανταποδοτικών, έναντι των διανεμητικών στοιχείων των συστημάτων κοινωνικής προστασίας.

Στη χώρα μας, η νομοθεσία υπό το καθεστώς των μνημονίων δημοσιονομικής προσαρμογής επέφερε τραγικές και ορίζοντιες περικοπές στις κύριες συντάξεις και στα κοινωνικά επίδόματα και επέβαλε ουσιαστικά την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, με σκοπό να απεμπλακεί το κράτος από τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων και να επιρριφθεί το βάρος των ελλειμμάτων στους ασφαλισμένους και στους νυν και παλαιούς συνταξιούχους.

Ιδίως, στην επικουρική ασφάλιση καθιερώθηκε (άρθ. 39 επ. του ν. 4052/2012, νόμος Κουτρουμάνη–Λοβέρδου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 78 του ν. 4387/2016, νόμος Κατρούγκαλου) σύστημα νοητής κεφαλοποίησης προκαθορισμένων εισφορών, που τηρούνται σε ατομικούς λογαριασμούς (κουμπαράδες), αποκλείοντας κάθε μεταφορά πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το Κράτος από 1/7/2014 έχει αποσυρθεί πλήρως από τη χρηματοδότηση των επικουρικών συντάξεων1.

Επίσης, καθιερώθηκε νέος τρόπος υπολογισμού της σύνταξης, με βάση τα δημογραφικά δεδομένα που στηρίζονται σε εγκεκριμένους πίνακες θνησιμότητας και σε ένα πλασματικό ποσοστό επιστροφής των εισφορών, που εφαρμόζεται στο σύνολο των καταβληθεισών εισφορών, οι οποίες τοκίζονται με ένα εικονικό επιτόκιο, που προκύπτει μακροοικονομικά από την ποσοστιάια μεταβολή της μσιθοδοσίας όλων ασφαλσιμένων. Επιπλέον, σε περίπτωση ελλειμάτων λειτουργεί αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης (ρήτρα μηδενικού ελλείματος), που αποκλείει κάθε αναπροσαρμογή των συντάξεων. Τέλος, επιβλήθηκε επανυπολογισμός/αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων καθώς και αύξηση των εισφορών για την επικουρική σύνταξη κατά την εξαετία 2016-2022 (άρθ. 96 του ν. 4387/2016, νόμος Κατρούγκαλου).

Επομένως, με τις νέες διατάξεις η επικουρική ασφάλιση θα παύσει να εγγυάται στο εξής ένα σταθερά προκαθορισμένο εισόδημα και μετατρέπεται σε ένα μεταβλητό ποσό που εξαρτάται τόσο από τις εισφορές του ασφαλισμένου όσο και από την επάρκεια των πόρων του Ταμείου κατά το χρόνο εξόδου από την αγορά εργασίας. Τα ποσά που διανέμονται ετησίως θα εξαρτώνται από τον εκάστοτε αριθμό των συνταξιούχων και θα διαμορφώνονται από μια σειρά μεταβλητών, που θα αναπροσαρμόζουν σε ετήσια βάση τις νέες και τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, έτσι ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία ελλειμμάτων στο Ταμείο.

Το ΣτΕ με την απόφαση 2287/2015, είχε κρίνει (σκέψη 24) ως αντισυνταγματικές τις περικοπές των συνταξιοδοτικών παροχών που επήλθαν με τις διατάξεις των νόμων 4051 και 4092/2012, διότι επέφεραν ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου της αξιοπρεπούς διαβίωση, πλήττοντας τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος. Το ΣτΕ έκρινε ως αντισυνταγματική την αντίληψη ότι το κράτος δεν έχει υποχρέωση να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων ασφαλιστικών οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους.

Κατά τη διατύπωση της παραπάνω απόφασης στη σκέψη 24 :

«οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το Κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με την μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων.»

ΣτΕ 1880 και 1888/2019

Ένταξη όλων των ασφαλιστικών φορέων στον ενιαίο φορέα

Ένταξη των δημοσίων υπαλλήλων στον ΕΦΚΑ

Εισφορές ελευθέρων επαγγελματιών

Με τις απόφάσεις αυτές το δικαστήριο έκρινε εάν είναι συνταγματικά επιτρεπτή η υπαγωγή δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, επίσης, έκρινε την υπαγωγή όλων των κατηγοριών ασφαλισμένων, δηλαδή, μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, ελευιθέρων επαγγελαμτιών και αγροτών σε ένα φορέα κοινωνικής ασφάλισης και μάλιστα υπό ενιαίους κανόνες ασφαλιστικών εισφορών και παροχών.

Με τις αποφάσεις 1880 και 1888/2019 το ΣτΕ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η ένταξη, με τις διατάξεις του ν. 4387/2016, όλων των υφιστάμενων φορέων κύριας ασφάλισης μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων, ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών σε ένα ενιαίο φορέα ασφάλισης και μάλιστα υπό ενιαίους κανόνες ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, παρά το διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας των εντασσόμενων φορέων και των συνθηκών απασχόλησης και απόκτησης εισοδήματος των ασφαλισμένων τους.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έκρινε ότι :

1) ο σκοπός της κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή η προστασία των εργαζομένων από τους κοινωνικούς κινδύνους είναι δημόσιος και δικαιολογεί τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της Κοιν. Ασφάλισης και την ανάθεσή της σε δημόσιους φορείς, δηλαδή στο Κράτος και σε νπδδ.

2) η ασφαλιστική εισφορά είναι εγγενές στοιχείο της Κοιν. Ασφάλισης και λειτουργεί ως αναγκαίος όρος για την πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη, ως μέσο χρηματοδότησης της Κοιν. Ασφαλ., και ως εκδήλωση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Επομένως, η εισφορά δεν έχει τα χαρακτηριστικά του φόρου, αλλά συνιστά δημόσιο βάρος προς αντιμετώπιση της δαπάνης για την κοινωνική ασφάλιση.

3) το Σύνταγμα (άρ.22, παρ.5) δεσμεύει μεν τον κοινό νομοθέτη ως προς τον δημόσιο και υποχρεωτικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου, αλλά επιτρέπει στο νομοθέτη να επιλέγει το κατάλληλο σύστημα χρηματοδότησης (προκαθορισμένων παροχών ή προκαθορισμένων εισφορών) και την υπαγωγή των εργαζομένων είτε σε περισσότερους είτε σε έναν ασφαλιστικό φορέα και μάλιστα υπό ενιαίους κανόνες εφόσον αυτό το επιτυγχάνει με όρους ισότητας. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται μεγαλύτερη ένταση από τον νομοθέτη για τον έλεγχο της τήρησης των παραπάνω αρχών, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ανταποδοτικότητας.

4) δεν αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις που προστατεύουν την περιουσία η ένταξη περισσοτέρων ασφαλιστικών φορέων με διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας σε ένα ενιαίο φορέα, καθ’ όσον η περιουσία οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως, που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν έχει αναγνωρισθεί σ' αυτόν με την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά προς εξυπηρέτηση του δημόσιου σκοπού για τον οποίο έχει συσταθεί ο οργανισμός.

5) ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να υπολογίζει την ασφαλιστική εισφορά επί του εισοδήματος που πραγματοποιείται από την εργασία και το επάγγελμα, αλλά οφείλει να καθορίζει το ύψος της εισφοράς σε επίπεδο, που να διασφαλίζει μεν την επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών, χωρίς όμως να πλήττει υπέρμετρα το παραγόμενο εισόδημα.

6) Το ανώτατο δικαστήριο διαπιστώνει ότι πράγματι κατά το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών, το οποίο επέλεξε ο νομοθέτης για τον ΕΦΚΑ, ασφαλισμένοι οιασδήποτε κατηγορίας από τις υπαγόμενες στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές (για τις οποίες κατέβαλαν εισφορές) και τον ίδιο χρόνο ασφαλίσεως αποκτούν την ίδια ασφαλιστική παροχή (κύρια σύνταξη). Στην χρηματοδότηση της παροχής αυτής τόσο η ασφαλιζόμενη μισθωτή εργασία όσο και τα ασφαλιζόμενα επαγγέλματα συμβάλλουν με το ίδιο ποσοστό εισφοράς (20%) επί του εισοδήματος που παράγουν.

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ Ωστόσο, το ΣτΕ έκρινε ότι ενώ οι μισθωτοί ασφαλισμένοι αποκτούν την συνταξιοδοτική παροχή, έχοντας καταβάλλει εισφορά ποσοστού 6,67% επί των αποδοχών τους ενώ το υπόλοιπο της εισφοράς 13,33% βαρύνει τους εργοδότες τους, οι μη μισθωτοί ασφαλισμένοι (αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες) αποκτούν την ίδια συνταξιοδοτική παροχή, έχοντας καταβάλλει το σύνολο της εισφοράς (20%) επί του εισοδήματος που πραγματοποιούν από το επάγγελμά τους. Επομένως, καταβάλλουν τα τριπλάσια, για να λάβουν την ίδια παροχή σε σχέση με τους μισθωτούς, αφού το ύψος των εισφορών τους δεν επηρεάζει το ύψος της συνταξιοδοτικής παροχής (Αρθ. 39, 40 41 του ν. 4387/2019).

Μειοψηφία: Πάντως, η άποψη της μειοψηφίας, εν προκειμένω, ήταν ότι δεν συνιστά άνιση μεταχείριση εις βάρος της κατηγορίας των μη μισθωτών ασφαλισμένων, διότι, όπως έχει κριθεί (ΑΕΔ 3-5/2007) και οι εισφορές του εργοδότη καταβάλλονται με αφορμή τη σχέση εργασίας, που συνδέει αυτόν με τους ασφαλισμένους, αφού οι ασφαλιστικές εισφορές του εργοδότη αποτελούν τμήμα του μισθού και υπολογίζονται επί των αποδοχών των εργαζομένων, όπως και οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν οι ίδιοι. Επίσης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι συμμετέχουν, εν όψει του αριθμού των ασφαλισμένων της κατηγορίας αυτής, στη χρηματοδότηση του νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με ποσοστό όχι μεγαλύτερο του 25%-30%, ο νέος όμως φορέας εγγυάται τις καταβαλλόμενες σε αυτούς παροχές με το σύνολο του ασφαλιστικού κεφαλαίου, δηλαδή και με τα ποσά που προέρχονται από τους μισθωτούς.

Επίσης, με τις ίδιες αποφάσεις (1880 και 1888/2019) η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι η υπαγωγή των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, όχι σε ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, όπως γινόταν μέχρι σήμερα, αλλά στον ενιαίο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή σε καθεστώς υποχρεωτικής κύριας ασφάλισης δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με το ΣτΕ ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης, υπό το πρίσμα του άρθ. 22 παρ. 5 του Σ, δεν περιορίζεται στην ασφαλιστική κάλυψη μόνο όσων παρέχουν εξαρτημένη εργασία με σχέση ιδιωτικού δικαίου, αλλά και σε κάθε επαγγελματική κατηγορία (όπως μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες) που αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο απώλειας του εισοδήματος από την εργασία ή το επάγγελμα. Επομένως, όταν ο κοινός νομοθέτης δεν παρέχει στους δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς την προστασία από τους κινδύνους γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου, μετά το τέλος της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης και την έξοδό τους από τη δημόσια υπηρεσία, τότε η αρχή του κοινωνικού κράτους επιβάλλει την υπαγωγή τους σε καθεστώς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης με σκοπό την προστασία τους.

Τέλος το δικαστήριο έκρινε ότι επειδή η αναδρομική εφαρμογή της απόφασης θα δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο διατάραξης της οικονομικής κατάστασης του ΕΦΚΑ, οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας θα επέλθουν από τη δημοσίευση της απόφασης.

ΣτΕ 1889/2019

Αντισυνταγματική η διάταξη για τον τρόπο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων

Έλλειψη αναλογιστικής μελέτης για την τεκμηρίωση της βιωσιμότητας του νέου φορέα επικουρικής ασφάλισης ΕΤΕΑΕΠ.

Επιτρεπτή η μεταφορά πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης

Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η ΥΑ 23123/785/7-6-2016, που καθόριζε τις τεχνικές παραμέτρους σχετικά με τις παροχές του ΕΤΕΑΕΠ, του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ Με την απόφαση 1889/2019 το ΣτΕ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ιδίως ενόψει:

α. του νέου τρόπου υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης,

β. του αυτομάτου μηχανισμού εξισορρόπησης,

γ. του επανυπολογισμού των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων και

δ. της αύξησης των εισφορών για την επικουρική σύνταξη επί μια εξαετία (2016-2022)

η διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1, του ν. 4387/2016 για τον τρόπο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων είναι αντισυνταγματική.

Το ΣτΕ έκρινε ότι ο νομοθέτης όφειλε πριν τη θέσπιση του νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης, να έχει προκαλέσει τη σύνταξη αναλογιστικών μελετών, ώστε να τεκμηριώνεται η βιωσιμότητα του επικουρικού ασφαλιστικού φορέα και η επάρκεια των απονεμόμενων παροχών, υπό την έννοια της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της ασφαλιστικής κάλυψης ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας. Ιδίως στην περίπτωση της εκ βάθρων μεταβολής του ισχύοντος συστήματος θα πρέπει να προκύπτει ότι η επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι πράγματι λυσιτελής, δηλαδή είναι ικανή να εξασφαλίσει την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας όχι μόνον βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα.

Επιπλέον, με την απόφαση κρίθηκε ότι ο ν.4387/16, σε αντίθεση με το άρθρο 42 του ν.4052/2012 δεν απαγορεύει τη χρηματοδότηση της επικουρικής ασφάλισης από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αντίθετα προβλέπει ότι εάν δεν καταστεί δυνατόν να καλυφθούν ελλείμματα, που ενδεχομένως θα δημιουργηθούν στο μέλλον στον κλάδο επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ, με την ενεργοποίηση του αυτόματου μηχανισμού εξισορροπήσεως και την εξάντληση των παρεχομένων από αυτό δυνατοτήτων, το Κράτος πρέπει να τα καλύψει, εφόσον, και στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος που θεσπίζει ο ανωτέρω νόμος, η επικουρική ασφάλιση καθιερώνεται, όπως και η κύρια ασφάλιση, ως υποχρεωτική και όχι ως προαιρετική.

ΣτΕ 1890/2019

Επανυπολογισμός επικουρικών συντάξεων όπως είχαν διαμορφωθεί την 32.12.2014, μετά τις αντισυνταγματικές περικοπές του 2012

Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η ΥΑ 25909/470/7.6.2016 περί επανυπολογισμού αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμεων συντάξεων του ΕΤΕΑΕΠ

Με την 1890/2019 απόφαση, το ΣτΕ έκρινε ότι με τις ρυθμίσεις περί επανυπολογισμού/αναπροσαρμογής των κύριων (άρθ. 14 και 33 του ν. 4387/16) και επικουρικών συντάξεων (άρθ. 96 του ν. 4387/16), όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή μετά τις περικοπές των νόμων ν.4051 και 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές με τις αποφάσεις του ΣτΕ 2287 και 2288/2015 ο νομοθέτης επιρρίπτει το βάρος της βιωσιμότητας του νέου συστήματος όχι μόνο στους ασφαλισμένους και στους νέους συνταξιούχους, αλλά και στους παλαιούς συνταξιούχους, επιφέροντας ουσιαστικά νέες περικοπές στις συντάξεις, κύριες και επικουρικές, αντίστοιχες σε ύψος με εκείνες του ν.4051 και 4093/12 που είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές. Με την αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων, ο νομοθέτης υλοποίησε τη μνημονιακή απαίτηση για τη λήψη μέτρων που αντισταθμίζουν τις δημοσιονομικές επιπτώσεις από την προηγούμενη απόφαση 2287/2015 του ΣτΕ, περί αντισυνταγματικότητας των περικοπών.

Ωστόσο, κρίθηκε ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένη τόσο η ανάγκη μεταρρύθμισης του υφιστάμενου ασφαλιστικού συστήματος όσο και ο επανυπολογισμός των ήδη καταβαλλομένων συντάξεων στο ύψος που είχε διαμορφωθεί μετά τις αντισυνταγματικές περικοπές, διότι εντάσσονται στο πλαίσιο διαρθρωτικών αλλαγών που αποβλέπουν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Κατά την κρίση των δικαστών της Ολομέλειας, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμα και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές, αρκεί να αιτιολογήσει ειδικώς το λόγο για το οποίο ήταν αυτό αναγκαίο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, η επιλογή του νομοθέτη είναι αιτιολογημένη, επειδή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων που δεν επιφέρουν απλώς οριζόντιες περικοπές προς εξυπηρέτηση αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, όπως με τους προηγούμενους νόμους2, αλλά θεσπίζονται διαρθρωτικές αλλαγές που αποβλέπουν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.

Μειοψηφία: Στην απόφαση αυτή της Ολομέλειας, μειοψήφησαν 12 δικαστές και δύο Παρεδροι.. Κατά την απόφαση της μειοψηφίας, ναι μεν ο νομοθέτης μπορεί να προβεί σε επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων, προκειμένου να θεσπίσει ενιαίους κανόνες για παλιούς και νέους συνταξιούχους στο όνομα των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης των γενεών, του εξορθολογισμού και της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Όταν όμως λαμβάνει, ως αφετηρία το ύψος των συντάξεων, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά από τις περικοπές, οι οποίες είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές, ο νομοθέτης οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική επιλογή του ειδικώς, δηλαδή, για ποιο λόγο χωρίς τη διατήρηση των ως άνω αντισυνταγματικών περικοπών το ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο.

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ: Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν είναι συνταγματικά ανεκτό, συνταξιούχοι, ύστερα από τον επανυπολογισμό και αναπροσαρμογή της επικουρικής τους συντάξεως, να λαμβάνουν, τελικώς, επικουρική σύνταξη χαμηλότερου ύψους από συνταξιούχους, που έχουν συνταξιοδοτηθεί από το ίδιο με αυτούς κλάδο επικουρικής ασφάλισης και έχουν καταβάλει εισφορές ίδιου ή χαμηλότερου ύψους, από μόνο το λόγο ότι λαμβάνουν κύρια σύνταξη χαμηλότερου ύψους. Μια τέτοια αναπροσαρμογή προσβάλλει την αρχή της ισότητας (4 παρ. 1 Σ.) και της ανταποδοτικότητας των συντάξεων και δεν μπορεί να συναρτάται με το γεγονός ότι το ποσοστό των συνταξιούχων που θίγονται είναι χαμηλό, δηλαδή, μόνο το 20% του συνόλου των συνταξιούχων. Επίσης, δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο ο νομοθέτης επέλεξε ως κριτήριο για την αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων επικουρικών συντάξεων το άθροισμα της κύριας με την επικουρική σύνταξη να ανέρχεται ειδικώς στο ποσό των 1300 ευρώ.96 παρ, 4 του ν. 4387/2019

Μειοψηφία: Κατά την άποψη της μειοψηφίας, ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει το ποσοστό αναπλήρωσης με τρόπο ώστε να εξασφαλίζονται μεγαλύτερα ποσοστά αναπλήρωσης σε συνταξιούχους με χαμηλότερες αποδοχές, τηρουμένης πάντως της αρχής της ανταποδοτικότητας. Εξάλλου, το κριτήριο του ποσού των 1200 ευρώ δεν είναι προδήλως αυθαίρετο αφού το εν λόγω εισόδημα από συνταξιοδοτικές παροχές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αναγόμενο σε ετήσια βάση, υπερβαίνει κατά πολύ το δηλούμενο από το πλέον του 80% του ενεργού φορολογικά πληθυσμού. Η εν λόγω κατηγορία συνταξιούχων των 1200€ δεν βαρύνεται υπέρμετρα σε σχέση με τους λοιπούς συνταξιούχους, η επιβάρυνση των οποίων στο συνολικό τους εισόδημα και, κατ’ επέκταση στο επίπεδο διαβίωσής τους, θα ήταν εντονότερη εάν η περικοπή χωρούσε με αποκλειστικό κριτήριο το ύψος της καταβαλλόμενης επικουρικής σύνταξης, καταλαμβάνοντας και αυτούς.

ΣτΕ 1891/2019

Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η ΚΥΑ 26083/887/7.6.2016 περί αναπροσαρμογής των κύριων και προστασία των καταβαλλομένων συντάξεων.

Με την απόφαση 1891/2019 το ΣτΕ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ο νομοθέτης οφείλει, πριν τη ψήφιση του νέου ασφαλιστικού συστήματος να έχει προκαλέσει τη σύνταξη αναλογιστικών μελετών, προερχομένων από την αρμόδια προς τούτου Εθνική Αναλογιστική Αρχή, προκειμένου να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων που λειτουργούν στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, ώστε να προκύπτει ότι η επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι λυσιτελής, δηλαδή ικανή να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας.

Στην περίπτωση του κλάδου κύριας ασφάλισης, δηλαδή του ΕΦΚΑ, σε αντίθεση με τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ, η γνώμη που επικράτησε θεωρεί ότι το κείμενο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, που εκπονήθηκε μετά την κατάρτιση του νομοσχεδίου, αλλά πριν την ψήφιση του νόμου, αποτελεί μελέτη, η οποία περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία ενδεδειγμένης, αναλογιστικής μελέτης και τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του Ε.Φ.Κ.Α.

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ: Ωστόσο, όμως κρίθηκε ότι η Κοινή Υπουργική Απόφαση 26083/887/7.6.2016, με την οποία έγινε η αναπροσαρμογή/επανυπολογισμός των κύριων συντάξεων είναι ακυρωτέα, διότι δεν προηγήθηκε επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγουμένων από το ν.4387/16 παροχών, από τις οποίες να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.

Κι αυτό γιατί η έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του ΕΤΕΑΕΠ να παρέχει επικουρικές παροχές, και, κατ’ επέκταση, κλονίζει το ύψος και την επάρκεια των συνολικών συνταξιοδοτικών παροχών [αθροίσματος δηλαδή, κύριας (εθνικής και ανταποδοτικής) και επικουρικής συντάξεως], τόσο στους μελλοντικούς, όσο και στους παλαιούς συνταξιούχους. Επομένως η κρίθηκε ως αντισυνταγματική η ΚΥΑ περί επανυπολογισμού των κύριων συντάξεων.

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ: Επίσης, με την ίδια απόφαση 1891/2019 έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία ότι ναι μεν υπάρχει κλιμάκωση, ως προς τα θεσπιζόμενα (με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016) ποσοστά αναπληρώσεως, βάσει των οποίων υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη, τα νέα, όμως, αυτά ποσοστά αναπληρώσεως, αυτά καθ’ εαυτά, είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, ενόψει του ότι το υψηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης των εν λόγω αποδοχών είναι κατώτερο του 50%, και οδηγούν στη χορήγηση ανταποδοτικής συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς τις αποδοχές και προς τις καταβληθείσες με βάση τις αποδοχές αυτές εισφορές. Τα συγκεκριμένα ποσοστά αναπλήρωσης παραβιάζουν την αρχή της ανταποδοτικότητας εισφορών-παροχών και την αρχή της ισότητας, διότι η χορηγούμενη συνολική συνταξιοδοτική παροχή (εθνική, ανταποδοτική και επικουρική) εξασφαλίζει σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης σε πρόσωπα που έχουν ίδιο χρόνο ασφάλισης και έχουν μικρότερες κατά μέσο όρο αποδοχές ή συντάξιμο μισθό σε σχέση με πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια κλίμακα αλλά έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο αποδοχών ή συντάξιμο μισθό.

Τέλος, η Ολομέλεια έκρινε ότι -ενόψει του μεγάλου αριθμού των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων, των οποίων ο επανυπολογισμός θα τεθεί σε αμφιβολία λόγω ακύρωσης της ΚΥΑ, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι εν προκειμένω συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουντα αποτελέσματα της ακυρώσεως να επέλθουν από την δημοσίευση της 1891/2019 αποφάσης.

1 Άρθρο 42 του Ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α’ 41.

2 ν. 3863/2010, αρθ. 38 Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, ν. 3985/2011, άρθ.44, παρακράτηση επιπλέον μηνιαίας Εισφοράς αλληλεγγύης Συνταξιούχων και Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, ν. 4024/2011, άρθ. 2, μείωση κατά 40% της σύνταξης που υπερβαίνει τα 1000€ σε συνταξιούχους κάτω των 55 ετών και μείωση κατά 20% της σύνταξης που υπερβαίνει τα 1200€ σε όσους συνταξιούχους δεν εμπίπτουν στην προηγούμενη μείωση και μείωση κατά 30% της επικουρικής σύνταξης που υπερβαίνει τα 150€, ν. 4051/2012, αρ. 6 μείωση κατά 12% του ποσού της κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1300€ και σταδιακά αυξανόμενη μείωση από 10% έως 20% στις επικουρικές συντάξεις, ν. 4093/2012, άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ, σταδιακά αυξανόμενη μείωση από 5% έως 20% στις μηνιαίες συντάξεις και κατάργηση των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και των επιδομάτων αδείας, ν.4052/2012, άρθ.42, διαμόρφωση του ποσού της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης με βάση συντελεστή βιωσιμότητας, ο οποίος αναπροσαρμόζει σε ετήσια βάση τις συντάξεις, αποκλειομένης της μεταφοράς πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

 
   
   
   
   
27 Οκτωβρίου 2011

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης


κ. Πρόεδρε, κ.κ. σύμβουλοι,

 

H συζήτηση στο ΔΣ ως προς την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης κινείται σε εντελώς εσφαλμένη βάση.

Οι διαθέσεις του Υπουργείου (κατόπιν σχετικής εντολής ή όχι μικρή σημασία έχει) είναι σαφείς: αλλαγές σε όλο το φάσμα των δικονομιών εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος («φέρτε απόψεις τη Δευτέρα»), χωρίς καμία προπαρασκευή, χωρίς κανένα επί της ουσίας διάλογο. Εάν το Υπουργείο πιέζεται να καταθέσει αλλαγές στη διοικητική δικονομία όσον αφορά τις φορολογικές και άλλες διαφορές χρηματικού αντικειμένου ας στείλει τις κατευθύνσεις του ως προς αυτό και ας απαντήσουμε. Όχι να τις κρύψει πίσω από ένα ορυμαγδό αλλαγών που (για πολλοστή φορά) θα ανατρέψει τη δικονομία καταλύοντας δικαιώματα πολιτών, δυσχεραίνοντας το έργο των δικηγόρων και επιβραδύνοντας για μια ακόμα φορά την απονομή δικαιοσύνης.

Αυτή πρέπει να είναι η τοποθέτησή μας και όχι να ταλαιπωρούμε με λάθος τρόπο συναδέλφους εισηγητές, αλλά και τους εαυτούς μας, για να συμμορφωθούμε προς τις υποδείξεις του Υπουργείου, συμβάλλοντας σε ένα ακόμα φιάσκο. Η κατάσταση στο χώρο της απονομής δικαιοσύνης είναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα για να το αντιμετωπίσουμε με τον τρόπο που το αντιμετωπίζει το Υπουργείο.

Είναι σίγουρο ότι βραδεία απονομή σημαίνει παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και εξυπηρέτηση όσων έχουν τα οικονομικά μέσα να αντέξουν αυτή την καθυστέρηση (μεταξύ των οποίων και ο πιο κακόπιστος των διαδίκων: το ελληνικό Δημόσιο που μπλοκάρει τα πινάκια των διοικητικών δικαστηρίων με χιλιάδες άσκοπες εφέσεις και προσφυγές, και ουδέποτε συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις των δικαστηρίων: με αποτέλεσμα οι επιτροπές μη συμμόρφωσης να εξετάζουν αιτήσεις που έχουν κατατεθεί προ διετίας!).

Εμείς πρέπει να προετοιμαστούμε σοβαρά και τη δουλειά που ξεκίνησαν οι εισηγητές να την δουλέψουμε σε βάθος, καθώς και να διαβουλευθούμε δημόσια με τους συναδέλφους, αφού όμως καταλήξουμε στις βασικές αρχές και κατευθύνσεις που θέλουμε να ακολουθήσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Κατά τη γνώμη μου δε, πρέπει να συζητήσουμε τις προτάσεις μας και με τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους δικαστές και κατά το δυνατόν να υποβάλλουμε κοινές προτάσεις αντί να παίζουμε το παιχνίδι του Υπουργείου που στρέφει τον ένα εναντίον του άλλου (παιχνίδι που παίζουν και ορισμένοι εντός ΔΣ)

Σε κάθε περίπτωση είναι νομίζω κοινός τόπος ότι επιτάχυνση της δικαιοσύνης δεν μπορεί να γίνει αν δεν μπεί βαθιά το χέρι στην τσέπη για την κάλυψη των κενών με προσλήψεις υπαλλήλων και δικαστών. Αντί γι'αυτό βλέπουμε να ψηφίζεται αύριο ένα πολυνομοσχέδιο το οποίο οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: απολύσεις (είτε με κατάργηση οργανικών θέσεων, είτε με το φερετζέ της εφεδρείας) και συντριπτικές μειώσεις μισθών. Σε αύξηση υπαλλήλων και δικαστών οδηγεί αυτό το νομοσχέδιο ή σε μείωση μέσω αθρόων παραιτήσεων; Αρα για ποια επιτάχυνση θα συζητήσουμε με το Υπουργείο; Εάν το Υπουργείο «μας δουλεύει» εμείς να έχουμε την αξιοπρέπεια να πούμε «φτάνει πια-όχι παιχνίδια στην πλάτη πολιτών και δικηγόρων». Το μόνο που μπορεί να συνεισφέρει το Υπουργείο σήμερα στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης είναι να σηκωθεί να φύγει όσο το δυνατόν πιο σύντομα, μαζί με την υπόλοιπη κυβέρνηση και τους τροϊκανούς εντολοδόχους του.

Ως προς τις αρχές που πρέπει να διέπουν την διαδικασία επιτάχυνσης: επιτάχυνση δεν συνιστά ούτε η ιδιωτικοποίηση όψεων της δικαιοσύνης (με εξωτερικές διαμεσολαβήσεις και ειδικές επιτροπές επίλυσης διοικητικών διαφορών ως πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας), ούτε η δημιουργία προσκομμάτων στην πρόσβαση του πολίτη σε αυτή (με αυξήσεις παραβόλων, ένσημα στις αναγνωριστικές αγωγές, επέκταση ανεκκλήτου, περιορισμό αναιρετικών λόγων και φιλτράρισμα υποθέσεων). Και οι δυο αυτές πρακτικές παραβιάζουν τα άρθρα 20 Σ και 6 ΕΣΔΑ. Εάν θέλουμε επιτάχυνση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της δημόσιας απονομής δικαιοσύνης, με ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε αυτή και χωρίς φαλκίδευση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως. Αντίθετα, εμείς θα πρέπει να προτείνουμε επαναφορά (όπου έχουν φαλκιδευθεί) και επέκταση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως

Οι προτάσεις που κατατίθενται για μια ακόμα φορά από τους μαθητευόμενους μάγους του Υπουργείου είναι παντελώς αόριστες και θα οδηγήσουν σε ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων:

            1. Η πρόταση για προσφυγή σε δικαστική διαμεσολάβηση δεν εξηγεί εάν θα γίνεται με την πρωτοβουλία των διαδίκων (οπότε γιατί δεν θα μπορούσαν και μόνοι τους να συζητήσουν), με πρωτοβουλία του δικαστή (με ποια κριτήρια) ή ως υποχρεωτικό στάδιο (οπότε θα οδηγήσει σε τακτική εκδίκαση το 2032)

            2. Η πρόταση για κατάργηση της προκατάθεσης προτάσεων και εξέταση μαρτύρων ενώπιον εισηγητού δικαστού σε άλλη μέρα από τη μέρα της εκδίκασης μας οδηγεί πίσω στη εποχή των γραφομηχανών και μάλιστα χωρίς την εγγύηση της προδικαστικής και χωρίς ο εισηγητής να έχει μελετήσει την υπόθεση.

            3. Η πρόταση για αναβολή μόνο στην ίδια σύνθεση, θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη ημερομηνία

            4. Η χορήγηση προσωρινών διαταγών υποχρεωτικά ex parte παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασης (ιδίως ενόψει της καθυστέρησης στην εκδίκαση των ασφαλιστικών). Το πρόβλημα δεν είναι η κλήτευση του αντιδίκου (όποτε χρειάζεται) -θυμίζω άλλωστε ότι πριν λίγα μόλις χρόνια η κλήτευση γινόταν αυθημερόν- το πρόβλημα είναι ότι λόγω ανυπαρξίας δικαστών και καθυστέρησης στην εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως των ασφαλιστικών όλοι προσφεύγουν στην προσωρινή

            5. Η πρόταση για ίδρυση μονομελών εφετείων κακουργημάτων και ποινικών δικών εξπρές μόνο ως εκτρωματική μπορεί να χαρακτηριστεί. Η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι ακριβώς η αντίθετη: περιορισμός της αρμοδιότητας των μονομελών δικαστηρίων, ιδίως στις ποινικές δίκες, καθώς αποτελούν πηγή αυθαιρεσίας

            6. Η πρόταση για fast truck διοικητική δικαιοσύνη στις περιπτώσεις μεγάλων επενδύσεων μόνο ως προκλητική μπορεί να χαρακτηρισθεί σήμερα. Και άλλα ων ουκ έστι αριθμός, πολλά από τα οποία επισήμαναν και οι συνάδελφοι εισηγητές

            Πολλά θα μπορούσε κανείς να προτείνει στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης από την εξέταση μαρτύρων ενώπιον εισηγητών μετά το πέρας της συζήτησης επί των ενστάσεων την ίδια μέρα, την ευρεία αποπονικοποίηση πλημμελημάτων και την μετατροπή πολλών κακουργημάτων σε πλημμελήματα, τον χρονικό περιορισμό ή και την κατάργηση της προσωρινής κράτησης (και αν κάποιος πει τι σχέση έχει αυτό με την επιτάχυνση, του απαντώ: την ίδια που έχει η επέκταση της προσωρινής κράτησης που προτείνει το Υπουργείο), την κατάργηση της αυτοφώρου διαδικασίας, τη διατήρηση της προκαταρκτικής, την κατάργηση των τρομονόμων και άλλων νομοθετημάτων (π.χ. ξέπλυμα βρώμικου χρήματος) που φαλκιδεύουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, την επί της ουσίας αντιμετώπιση μείζονων κοινωνικών προβλημάτων που οδηγούν στην φόρτωση των πινακίων (π.χ. καθιέρωση διαδικασίας νομιμοποίησης των μεταναστών που θα αποσυμφορήσει τις αντιρρήσεις), τη δημιουργία τοπικών διοικητικών επιτροπών (με συμμετοχή και εκπροσώπων κοινωνικών φορέων) για την εκδίκαση ενδικοφανών προσφυγών και σε άλλες διοικητικές διαφορές ουσίας με δυνατότητα προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια μόνο από τον διοικούμενο και όχι από το Δημόσιο ή τους φορείς του Δημοσίου (ας μην ξεχνάμε ότι η ενδοστρεφής δίκη μόνο κατ'εξαίρεση μπορεί να γίνει δεκτή, ενώ στην πράξη πάνω από 50% των κοινωνικοασφαλιστικών διαφορών έφταναν στα διοικητικά δικαστήρια με προσφυγή του ασφαλιστικού ταμείου), την επαναφορά της εισήγησης στα ακυρωτικά δικαστήρια, την υποβολή εισηγήσεων και από όσους υπηρετούν στη βαθμίδα του Εισηγητή, τη συμμετοχή των παρέδρων στις συνθέσεις του ΣτΕ  κλπ, κλπ. ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΣΤΟ ΠΟΔΙ

 

κ. Πρόεδρε, κ.κ. σύμβουλοι,

 

Ως ένας σύλλογος που στα καθήκοντα του είναι να υπερασπίζεται τα δικαιώματα όχι μόνο των δικηγόρων, αλλά και των πολιτών, θα έπρεπε σήμερα να συζητάμε πώς θα συμβάλλουμε στην προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων που διακυβεύονται από την πολιτική της κυβέρνησης και της τρόϊκας και πώς θα οργανώσουμε τους αγώνες των ίδιων των δικηγόρων απέναντι σε αυτό το έκτακτο καθεστώς που οδηγεί τη χώρα και το λαό στη χρεωκοπία. Αντί να συζητάμε για το αν θα καταγγείλουμε τους δικαστές που απέχουν από τα καθήκοντά τους και τους υπαλλήλους που αντιστέκονται, θα έπρεπε να συζητάμε πώς θα βρεθούμε στο πλευρό τους:

  • με το να κρατήσουμε ανοικτό το σύλλογο ως κέντρο αγωνιστικών κινητοποιήσεων και υπεράσπισης των δικαιωμάτων των διαδηλωτών (ήδη με εντολή της αστυνομίας -!- δυο σταθμοί του μετρό παραμένουν κλειστοί-με ποια νομική βάση άραγε;),
  • με κινητοποίηση των συναδέλφων σε γενική συνέλευση και αποχή μέχρι να καταλυθεί αυτή η πολιτική που καταστρέφει δικηγόρους και πολίτες (και με περιφρούρηση της αποχής: με άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε όσους την παραβιάζουν εξώφθαλμα ιδίως για τη συζήτηση της κήρυξης απεργιών ως παράνομων και καταχρηστικών)
  •  με έκδοση ψηφίσματος για την αντισυνταγματική πολιτική επιστράτευση των απεργών της ΠΟΕ-ΟΤΑ. Επισημαίνω εν προκειμένω ότι ναι μεν το άρθρο 22§4 Σ επιτρέπει την επίταξη υπηρεσιών για την αντιμετώπιση έκτακτων κοινωνικών αναγκών για την προστασία της δημόσιας υγείας, ο περιορισμός  όμως αυτός δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 23§2 ως περιορισμός του δικαιώματος απεργίας. Και επειδή ιεραρχία μεταξύ των συνταγματικών διατάξεων δεν υπάρχει, εσείς και εγώ μπορούμε να επιταχθούμε για να μαζέψουμε σκουπίδια, οι απεργοί όμως της ΠΟΕ-ΟΤΑ όχι. Και στο κάτω-κάτω καλύτερα να κληθούμε να μαζέψουμε σκουπίδια παρά να μας περισυλλέξει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας επειδή δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες και τα καθήκοντα των καιρών

 

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς,

Δημήτρης Σαραφιανός

Για την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων

 
   
   
   
   
20 Ιουνίου 2008

εκτύπωση του άρθρου pdf
   Για το σ/ν αναμόρφωσης του ΚΠολΔ


Π Ρ Ο Σ Τον κ. Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ του Δ.Σ.Α

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Κωνσταντίνου Παπαδάκη, μέλους του Δ.Σ, εκπροσώπου της Εναλλακτικής Παρέμβασης Δικηγόρων Αθήνας.

Για το σχέδιο νόμου αναμόρφωσης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Δόθηκε στην δημοσιότητα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το σχέδιο νόμου για την τροποποίηση διατάξεων του Κ. Πολ. Δ. και μεταξύ άλλων ζητήθηκε από το Δ.Σ του Δ.Σ.Α να εκφέρει επ' αυτού τις απόψεις του. Από την ανάγνωση και εκτίμηση των διατάξεων που αντικαθίστανται προκύπτουν σημαντικές τροποποιήσεις προς την κατεύθυνση του περιορισμού της έννομης προστασίας των πολιτών και συγκεκριμένα:

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1. Οι κύριες κατευθύνσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι η αποσυμφόρηση και ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δηλαδή των μεγάλης οικονομικής αξίας ένδικων διαφορών. Για τον σκοπό αυτό αυξάνονται τα όρια της καθ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου από 12.000 Ευρώ σε 18.000 Ευρώ και του Μονομελούς Πρωτοδικείου από 80.000 Ευρώ σε 120.000 Ευρώ.

Με δεδομένη την έλλειψη οποιασδήποτε μεταβολής στις υπάρχουσες υποδομές των Ειρηνοδικείων και των Μονομελών Πρωτοδικείων είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η διαφοροποίηση αυτών των αρμοδιοτήτων θα αυξήσει δραματικά τους χρόνους προσδιορισμού των δικασίμων και θα καταστήσει ακόμα περισσότερο απρόσιτη και δαπανηρή τη δικαιοσύνη των μικρών και μεσαίων διαφορών στον Έλληνα πολίτη.

Αντίθετα, λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα για τις διαδικασίες του Πολυμελούς, όπως επέκταση της συμβιβαστικής απόπειρας (άρθρου 208) και για τον Πρόεδρο του Πολυμελούς στο ακροατήριο, καθώς επίσης και ιδιαίτερη ταχύρυθμη πρόβλεψη για την εκδίκαση υποθέσεων  διαφορών αποζημιώσεων από προσβολές που έχουν γίνει από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (άρθρο 681 Δ).

2. Επίσης, καθιερώνονται θεσμοί προδικαστικού ελέγχου των αγωγών αμφίβολης αποτελεσματικότητας και αμφίβολης συνταγματικότητας.

3. Καταργούνται τα ασφαλιστικά μέτρα (και όχι μόνο) για τους εργαζομένους και περιορίζονται για όλους.

4. Η εχθρότητα του νομοθέτη απέναντι στον δικηγόρο εκφράζεται για άλλη μια φορά με την απαξίωση του θεσμικού και κοινωνικού του ρόλου, αφού απαιτείται πληρεξούσιο ιδιωτικό η συμβολαιογραφικό κατά περίπτωση, σε κάθε παράσταση δικηγόρου σε πολιτικά δικαστήρια.

5. Στο όνομα της επιτάχυνσης περιορίζονται προθεσμίες, περιορίζονται αναβολές, θεσπίζονται πειράματα, διευρύνονται υποχρεώσεις απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης κλπ.

Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που δεν παίρνει μέτρα για να λειτουργήσει τη συνταγματική επιταγή της έννομης προστασίας και να βελτιώσει τις υποδομές της, αλλά για να αποθαρρύνει όσους πίστεψαν σε αυτήν.

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

1) Τροποποιείται το άρθρο 14 και αυξάνονται τα όρια της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου σε 18.000 Ευρώ από 12.000 Ευρώ, και των μισθωτικών διαφορών σε 600 Ευρώ από 450 Ευρώ και του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε 120.000 Ευρώ από 80.000 Ευρώ.

2) Με σχετική τροποποίηση του άρθρου 96 απαιτείται πληρεξουσιότητα με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από κάθε δημόσια, δημοτική η άλλη αρμόδια αρχή, και όχι από δικηγόρο, για κάθε παράσταση δικηγόρου.

3) Με ανάλογες τροποποιήσεις των άρθρων 119 και 122 προβλέπεται ηλεκτρονική κατάθεση και ηλεκτρονική επίδοση δικογράφων. Και τα δύο βέβαια εξαρτώνται από την μεταγενέστερη θέσπιση εκτελεστικού προεδρικού διατάγματος. Κατά συνέπεια είναι προφανές ότι τίθεται για λόγους εφέ, δημιουργούν όμως τρομερή ανασφάλεια, ιδίως σε ό,τι αφορά την εγκυρότητα των επιδόσεων, αφού θέτουν ουσιαστικά εκ ποδών όλο το σύστημα επιδόσεων με τους δικαστικούς επιμελητές που  ισχύει μέχρι σήμερα.

4) Διευρύνεται το αποτυχημένο και ανενεργό έτσι και αλλιώς άρθρο 208 με τη δυνατότητα ανάθεσης σε μεσολάβηση τρίτου προσώπου κοινής επιλογής των διαδίκων της επίλυσης της ένδικης διαφοράς. Ορίζονται όργανα διευρυμένης διαμεσολάβησης του άρθρου 208, άλλα πλην δικηγόρων, με αποτέλεσμα την  προφανή αφαίρεση δικηγορικής ύλης. Ενώ προστίθεται άρθρο 208 Α με το οποίο καθιερώνεται υποχρέωση κάθε προέδρου δικαστηρίου να προσπαθεί να συμβιβάσει τους διαδίκους αμέσως μετά την εκφώνηση και πριν τη συζήτηση κάθε υπόθεσης. Είναι προφανές ότι μόνο χρονοτριβή και παρέλκυση μπορεί να δημιουργήσει η διάταξη αυτή.

5) Διευρύνεται η διαδικασία απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών του άρθρου 214 Α για όλες τις υποθέσεις αφού, όπως αναφέρεται δεν είναι υποχρεωτική μόνο για παρεμπίπτουσες αγωγές, προσεπικλήσεις, παρεμβάσεις και υποθέσεις πρακτικής διαδικασίας Μονομελούς Πρωτοδικείου.  

6) Επιτέλους προβλέπεται (θετικό για την ασφάλεια των συναλλαγών) επί ποινή απαραδέκτου η εγγραφή την αγωγών διάρρηξης στα υποθηκοφυλακεία (τροποποίηση άρθρου 220).  

7) Τροποποιείται το άρθρο 227 και προβλέπεται ένα ιδιότυπο στάδιο προδικαστικού ελέγχου κατά την κατάθεση της αγωγής, όπου η αγωγή η οποία κατατίθεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, διαβιβάζεται αμέσως μετά την κατάθεση της σε δικαστή η σε εισηγητή δικαστή προκειμένου να εξετάσει αν έχει τυπικές παραλείψεις η ατέλειες η αοριστίες και να διατάξει την διόρθωση η συμπλήρωση της.

Εάν διαπιστώσει την ύπαρξη αυτών, καλεί τον πληρεξούσιο του ενάγοντος  να προβεί σε εύλογο χρόνο στις σχετικές συμπληρώσεις και διορθώσεις και το συμπληρωμένο η διορθωμένο αντίγραφο δίδεται επικυρωμένο προς επίδοση.

Η διάταξη αυτή :

Α) αφενός είναι ατελής δεδομένου ότι δεν προβλέπει προθεσμίες και κυρώσεις στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαφωνεί με τις υποδείξεις του εισηγητή δικαστή

Β) Δεν προβλέπει οποιαδήποτε λύση στις περιπτώσεις που η κατάθεση της αγωγής είναι επείγουσα για άμεση λήψη αντιγράφων και επίδοση π.χ περιπτώσεις μεταγραφής.

Γ) Καθιστά τον δικαστή συμμέτοχο στην σύνταξη της αγωγής, πράγμα το οποίο ουσιαστικά αλλοιώνει και μεταβάλει τον θεσμικό του ρόλο.

Δ) Εκτός αυτού, δεν προβλέπει οποιαδήποτε προθεσμία εντός της οποίας υποχρεούται ο εισηγητής δικαστής να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες , συνεπώς δημιουργεί παρέλκυση.

8) Μειώνονται οι γενικές προθεσμίες κλήτευσης του άρθρου 228 από 60 μέρες γενικά σε 30 μέρες για το Ειρηνοδικείο και το Μονομελές Πρωτοδικείο.

9) Παύει να αποτελεί λόγο απόρριψης καταψηφιστικής αγωγής η μη καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται σιωπηρός περιορισμός του αιτήματος σε αναγνωριστικό.

10) Παραμένουν αμετάβλητες οι προθεσμίες προκατάθεσης των προτάσεων, προσθήκης αντίκρουσης, ο τρόπος υπολογισμού τους, δεκαπέντε ημέρες πριν από την δικάσιμο, η δωδεκάτη ώρα κ.λ.π., ρυθμίσεις παρωχημένες οι οποίες δημιουργούν γραφειοκρατικοποίηση, πονοκέφαλο με τις προθεσμίες, ενώ συχνά είναι άνευ νοήματος, π.χ δεκαπέντε ημέρες πριν από την δικάσιμο, απέχουν συχνά ελάχιστα από την 20ήμερη προθεσμία  κατάθεσης προτάσεων.

11) Επίσης, αντί να καθιερωθεί προθεσμία τεσσάρων ημερών από την ημέρα λήψης των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών στις δίκες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παραμένει η υπάρχουσα προθεσμία ως έχει, με μέγιστο δηλαδή όριο τις 8 ημέρες, με αποτέλεσμα στην πράξη να μειώνεται η προθεσμία αξιολόγησης, δεδομένου ότι ουδέποτε τα πρακτικά δίδονται στην ευχέρεια  των δικηγόρων των διαδίκων 4 εργάσιμες ημέρες μετά τη δίκη.

12) Με τροποποίηση του άρθρου 237 προβλέπεται ρητά η προσκόμιση πληρεξουσίου, τουλάχιστον στις δίκες του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκτός αν η πληρεξουσιότητα δοθεί προφορικά κατά τη συζήτηση.

13) Προβλέπεται υποχρεωτική επίδοση των ανταγωγών και όταν αυτές ασκούνται δια των προτάσεων με σχετική τροποποίηση του άρθρου 268.

14)  Αφαιρείται από το άρθρο 270 για άγνωστο λόγο η φράση

«Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και των εκατέρωθεν ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων  και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών» 

15) Επαναφέρεται η παλιά ρύθμιση του άρθρου 271 σύμφωνα με την οποία τεκμαίρεται η σιωπηρή ομολογία της πραγματικής βάσης της αγωγής, όταν ο εναγόμενος δεν εμφανίζεται στην δίκη.

16) Αναβαθμίζονται ως αποδεικτικά μέσα οι ένορκες βεβαιώσεις, αναφερόμενες ρητά στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. Ορίζονται εξατομικευμένες διατυπώσεις για την διενέργεια τους, όπως αυτοτελής ένορκη βεβαίωση για κάθε μάρτυρα, πλήρης αναφορά των στοιχείων του, αναφορά της πηγής της γνώσης του καταθέτοντος για κάθε γεγονός που καταθέτει κ.λ.π.

Να σημειωθεί ότι η επιστράτευση των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων οφείλεται στην διαχρονική άρνηση των πολιτικών δικαστηρίων να εξετάζουν πέραν του ενός μάρτυρα στο ακροατήριο με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία διαδίκων και κυρίων των δικηγόρων οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν κείμενα ενόρκων βεβαιώσεων τα οποία οι μάρτυρες απλώς βεβαιώνουν και ορκίζονται και που είναι γνωστό ότι ελάχιστοι δικαστές τα διαβάζουν, διότι γνωρίζουν ότι δεν καταθέτει ο μάρτυρας, αλλά ο δικηγόρος.

Αντί να καταργηθεί αυτό το αποδεικτικό μέσο το οποίο κατ' ουσία αποτελεί πρόδρομο της υπεύθυνης δήλωσης του ν. 105/1969 και θεσπίστηκε να διαδραματίζει άλλο ρόλο, δηλαδή τη βεβαίωση γεγονότων ληξιαρχικού χαρακτήρα κυρίως σε δυσπρόσιτες περιοχές και σε εποχές που δεν ήταν δυνατή η άμεση λήψη πιστοποιητικών, εφαρμόζεται, αναβαθμίζεται και επεκτείνεται σε βάρος της αμεσότητας της διαδικασίας την οποία προσφέρει η αυτοπρόσωπη εξέταση των μαρτύρων και η δια ζώσης δυνατότητα εξέτασης τους από δικαστές και δικηγόρους όλων των πλευρών.

17) Απαγορεύεται η εμμάρτυρη απόδειξη όχι μόνο για συμβάσεις αλλά και για απλές υλικές πράξεις (π.χ. καταβολές, συναλλαγές κ.λ.π) αξίας ανώτερης των 12.000 Ευρώ (άρθρο 393 ΚΠολΔ). 

18) Αυξάνεται το όριο των μικροδιαφορών στις 2.000 Ευρώ.

19) Μειώνεται η προθεσμία έφεσης και της αναίρεσης σε 2 αντί για 3 χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης.

20) Καταργείται η δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων δια των προτάσεων και με δεδομένου ότι με τροποποίηση του άρθρου 591 προβλέπεται υποχρεωτική επίδοση ανταγωγών, αντεφέσεων, προσθέτων λόγων, ανακοπών, τριτανακοπών, και ενδίκων μέσων να επίδοσε στον αντίδικο 8 ημέρες τουλάχιστον πριν την συζήτηση.

21)  Θεσπίζεται διαδικασία ιδιαίτερης ταχύτητας για τις αγωγές προσβολής από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, πράγμα το οποίο σε αντίθεση με την υπόλοιπη βραδεία δικαστική διαδικασία προνομιοποιεί αδικαιολόγητα και ενθαρρύνει την άσκηση εξωφρενικών αγωγών, οι οποίες μεταξύ άλλων, έχουν ως αποτέλεσμα την αρνητική εξέλιξη των επιδικαζομένων ποσών στις χρηματικές ικανοποιήσεις, λόγω του ότι γίνονται ευρύτερα γνωστές και παρέχουν εμφανές μέτρο αντιπαράθεσης

22) Γενικεύεται η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου προκειμένου για να εξεταστεί αίτημα προσωρινής διαταγής. Αυτή τη στιγμή ισχύει (κατά δυσμενή διάκριση) μόνο για τις περιπτώσεις εργατικών διαφορών.

23) Καταργούνται ουσιαστικά τα ασφαλιστικά μέτρα για τους συμβασιούχους, γενικά τους  εργαζομένους, αφού με τη νέα ρύθμιση της παρ. 4 άρθρου 692 προβλέπεται ότι

«τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του όποιου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση ούτε στη συνέχιση ή διατήρηση  σύμβαση ή έννομης σχέσης».

Ενώ διευρύνεται η δυνατότητα αναίρεσης για αποφάσεις οι οποίες έχουν παραβεί τον ανωτέρω περιορισμό οι οποίες αναιρέσεις εκδικάζονται από τριμελές πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο συνεδριάζει ως συμβούλιο.

Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι με παράλληλη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης (βλ. δημοσιεύματα τελευταίου μήνα) ετοιμάζεται και η κατ έφεση κρίση με συνοπτικές διαδικασίες των δικαστικών κρίσεων για τις απεργίες (κλασσικό παράδειγμα επιλεκτικής επιτάχυνσης υποθέσεων όταν η κυβέρνηση θέλει, οι δικαστές «επιτελούν την αποστολή τους»  και η εργοδοσία εξυπηρετείται).

    24) Κατ' ουσίαν καταργούνται και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, αφού το άρθρο 732 τροποποιείται και τίθεται και αυτό υπό την δαμόκλειο σπάθη της παραγράφου 4 του άρθρου 692.

    25) Μεταβιβάζονται στα ήδη υπερφορτωμένα με την αύξηση της καθ' ύλην αρμοδιότητάς τους ειρηνοδικεία, ορισμένες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων,  κήρυξη αφάνειας, άρνηση υποθηκοφυλάκων, εντολές διαχειριστικών ενεργειών, κήρυξη τίτλου ανίσχυρου (άρθρο 782, 783, 791, 795, 826, 828, 841, 843 επ. Κ. Πολ. Δ.).

    26) Θεσπίζεται προκλητική αύξηση αμοιβών στις διαιτησίες, η οποία αποκαλύπτει αφενός τους φιλοδικαστικούς προσανατολισμούς του Υπουργείου Δικαιοσύνης, και αφετέρου την υποκριτική αντιμετώπιση ακόμη και της κατά το νομοθέτη ανάγκης αποσυμφόρησης της διαδικασίας εκδίκασης των μεγάλων υποθέσεων, αφού, αντί να μειώνει τις αμοιβές για διαιτησία ενθαρρύνοντας την προσφυγή στην ιδιωτική δικαιοσύνη, και μάλιστα υπέρμετρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για διαιτησία αξίας 150.000 Ευρώ, το σημερινό ύψος συνολικής  αμοιβής διαιτητών ανέρχεται σε 3.484 Ευρώ και μεταβάλλεται σε 22.500 (άρθρο 882 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ), ενώ παραμένει η διάταξη σύμφωνα με την οποία οι δικαστές απαλλάσσονται από την καταβολή του 20% της αμοιβής τους υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.

Τα έσοδα του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. συνεπώς αυξάνονται, ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει ότι σύμφωνα με το πρόσφατο νόμο για τη διοικητική δικαιοσύνη, οι αρμοδιότητες του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. αυξήθηκαν πέραν των ορίων των εξόδων για τα δικαστικά κτίρια για άσκηση «κοινωνικής πολιτικής»  με ξένα κόλλυβα. 

27) Αυξάνονται υπέρμετρα τα ανώτατα όρια των ισχυουσών χρηματικών ποινών στις διατάξεις της έμμεσης εκτέλεσης (945 - 947) από έως 5.900 Ευρώ σε έως 100.000 και έως 150.000 Ευρώ. Είναι προφανές ότι κάποια αύξηση είναι αναγκαία, πλην όμως η συγκεκριμένη υπερβαίνει τα εύλογα όρια και γεννάει διαθέσεις δικομανίας, τις οποίες ο νομοθέτης υποτίθεται ότι προσπαθεί να καταστείλει. 

        28) Περιορίζονται τα προνόμια των απαιτήσεων των εργαζομένων και δικηγόρων στην κατάταξη (άρθρα 975 - 977), αφού οι  πριν την κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ. κατανομή προαφαιρούμενες απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας περιορίζονται σε εκείνες οι οποίες ανέκυψαν τους τελευταίους έξι μήνες πριν από τον πλειστηριασμό η την πτώχευση, αντί της διετίας πριν τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις (και μάλιστα πριν τον πρώτο πλειστηριασμό και όχι πριν τον τελικό), που ισχύει σήμερα με το άρθρο 31 του νόμου 1545/1985. Ενώ οι τόκοι δεν συμπεριλαμβάνονται ρητά στις απαιτήσεις και το θέμα παραμένει σκόπιμα σε μόνιμη νομολογιακή εκκρεμότητα.

Πρόκειται για ένα ακόμα βήμα συρρίκνωσης των απαιτήσεων των εργαζομένων, σε συνδυασμό με τις τροποποιήσεις για τα ασφαλιστικά μέτρα και τις προσωρινές διαταγές, καθώς επίσης και με τις πρόσφατα επιχειρηθείσες παρόμοιου χαρακτήρα αλλαγές στον νέο Πτωχευτικό Κώδικα. 

     29) Καθιερώνεται το ακατάσχετο για απαιτήσεις του οφειλέτη από χρηματικές απαιτήσεις σε καταθέσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων μέχρι μόνο του γελοίου ποσού των 1.500 Ευρώ, το οποίο είναι προφανώς δυσανάλογο με την όλη φιλοσοφία των ακατασχέτων του Κ.Πολ.Δ.

Συνολικά, θεωρώ ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος πρέπει να παρέμβει στο σχέδιο Κ.Πολ.Δ. έχοντας κατά νου τις εξής κατευθύνσεις :

1) Η νομοθετική παρέμβαση πρέπει να υλοποιεί και όχι να συρρικνώνει τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα της έννομης προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος.

Η κυβερνητική πολιτική (όχι μόνο της παρούσας κυβέρνησης) αντιμετωπίζει τη δικαιοσύνη σαν ένα μαγαζί που πρέπει να αδειάσει από το στοκ τις πολλές υποθέσεις, τις οποίες θεωρεί προϊόν δικομανίας των Ελλήνων, και όχι προϊόν ανταγωνισμού οικονομικών συμφερόντων και διαφορών, οι οποίες αναφύονται στο έδαφος του κρατούντος κοινωνικού συστήματος, το οποίο η κυβέρνηση υπηρετεί.

Συνεπώς (ενδεικτικά): Ενίσχυση αντί για αποδυνάμωση αμεσότητας διαδικασίας. Απλοποίηση διαδικασιών και μείωση των εξόδων εκτέλεσης, όπως για παράδειγμα η κατάργηση της διαρκούς επανάληψης των δεκάδων επιδόσεων οι οποίες διογκώνουν τα έξοδα προγραμμάτων πλειστηριασμού και των επαναληπτικών περιλήψεων. Καμμία εξωδικαστική απασχόληση σε δικαστές. Όχι στα περιφερειακά Πρωτοδικεία. Γραμματέας, πρακτικά, μαγνητοφώνηση παντού.

2) Ιδιαίτερα, θα πρέπει ο  Δικηγορικός Σύλλογος να επιδιώκει τη δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη των αδύναμων οικονομικά στρωμάτων του πληθυσμού με μείωση του κόστους και του χρόνου απονομής της. 

Συνεπώς (ενδεικτικά): Καμμία αύξηση ορίων αρμοδιοτήτων, καμμία προνομιοποίηση των μεγάλων οικονομικών διαφορών. Καμμία συρρίκνωση «προνομίων» εργαζομένων. Πλήρης κατάργηση δικαστικού ενσήμου και τελών απογράφου για εργατικές διαφορές και αμοιβές.

3) Την ενδυνάμωση της άμεσης, προληπτικής, προσωρινής αποκαταστατικής δικαστικής προστασίας και των ασφαλιστικών μέτρων. Συνεπώς: Πλήρης κατάργηση του άρθρου 692 παρ. 4, γενίκευση δυνατότητας χορήγησης προσωρινών διαταγών χωρίς κλήτευση καθ ών, αλλά με άμεσο προσδιορισμό δικασίμου.

4) Την απλοποίηση των ποικίλλων ειδικών διαδικασιών. Συνεπώς (ενδεικτικά): Διεκδικούμε ενοποίηση των ειδικών διαδικασιών. Τρείς ταχύτητες είναι αρκετές στην Πολ.Δ. (τακτική, ειδικές - εκούσια, ασφαλιστικά μέτρα).

5) Την απογραφειοκρατικοποίηση των διαδικασιών: Κατάργηση εγγραφής στο πινάκιο, προσθήκη αντίκρουση σε επαρκή προθεσμία μετά την κατάθεση των προτάσεων και πάντοτε μέχρι πέρατος ωραρίου, παράσταση με δήλωση κατ επιλογή όπου δεν υπάρχει εξέταση μάρτυρα.

6) Την περιφρούρηση του κοινωνικού και θεσμικού ρόλου του δικηγόρου, ο οποίος επίσης πλήττεται και λοιδορείται από το νομοσχέδιο αυτό. Συνεπώς: Κατάργηση των προτεινομένων υποχρεώσεων πληρεξουσιότητας, συμμετοχή δικηγόρων σε διαιτησίες, διορισμοί δικηγόρων ως δικαστικών αντιπροσώπων σε εκλογές σωματείων (βλ. και σχετική εισήγησή μου).

Υ.Γ. Ξέρετε πόσο είναι αισιόδοξος ο νομοθέτης για την επιτάχυνση των δικών που επιχειρεί;

Η απάντηση παρέχεται στην αιτιολογική έκθεση του ν/σ για το σύμφωνο συμβίωσης (θα ακολουθήσει και επ αυτού εισήγηση):

Μεταβάλλεται, τροποποιουμένου του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ, από τέσσερα χρόνια σε δύο ο χρόνος επέλευσης του «αντικειμενικού κλονισμού» της έγγαμης συμβίωσης (τόσο σέβεται σήμερα η αστική νομοθεσία τον θεσμό του γάμου).

Ο λόγος : «Ο τελικός χρόνος λύσης του γάμου υπερβαίνει την εξαετία. Τούτο οφείλεται στη μεγάλη αύξηση του φόρτου (σ. : Μία φορά την εβδομάδα μόνο συνεδριάζει το τμήμα διαζυγίων στην Αθήνα και τους φταίει ο φόρτος) των υποθέσεων στα δικαστήρια.... (τόσο πιστεύει ο νομοθέτης στην επιτάχυνση που προφασίζεται).

Παρακαλείται ο κ. Διευθυντής του Δ.Σ.Α. να μεριμνήσει των για την πρωτοκόλληση της παρούσας και τη διανομή της στα μέλη του Δ.Σ.

Αθήνα, 19/6/2008